ΑΝΤΙ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗΣ

Γιατί μια νέα παράταξη στο χώρο των Μηχανικών

Λίγα εισαγωγικά

Η αλήθεια είναι πως η σκέψη για τη δημιουργία μιας νέας παράταξης στον χώρο των μηχανικών δεν είναι πρωτότυπη, υπό την έννοια ότι τα πραγματικά όρια του συστήματος ΤΕΕ, ενός συστήματος που, πλέον, πνέει τα λοίσθια, αναδεικνύονται επανειλημμένως, κάθε φορά και με πιο οξύ τρόπο, αρκετές φορές μάλιστα και με αφορμή την ανάδειξη των οργάνων Διοίκησης.

Εκτός αυτού, το τελευταίο διάστημα έχουν συμβεί πολλά, τόσο στον χώρο των μηχανικών όσο και, κυρίως, στο γενικότερο κοινωνικοπολιτικό πεδίο, τα οποία μας κράτησαν σε μια διαρκή ένταση και εγρήγορση και επέτειναν ακόμα περισσότερο την ανάγκη ανασύνταξης του χώρου των μηχανικών, ως πολλαπλού κοινωνικού και παραγωγικού υποκειμένου, με τη συγκρότηση και ανάπτυξη νέων παραγωγικών, συνδικαλιστικών και επιστημονικών εκφράσεων.

Νέες συνθήκες, νέα (και παλαιότερα) καθήκοντα«μεγάλη εικόνα»)

Σήμερα, μετά από πέντε χρόνια οξείας οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης και μετά την κυβερνητική αλλαγή που επήλθε στις 25 Ιανουαρίου 2015, η Ελλάδα μετασχηματίζεται (οφείλει να μετασχηματιστεί) σε ένα νέο υπόδειγμα τόσο για το εσωτερικό όσο και για το εξωτερικό. Ο μετασχηματισμός αυτός αποτελεί απαράβατο όρο για την επιβίωση της χώρας μας και προφανώς χαρακτηρίζεται από ποικίλες όψεις και προϋποθέσεις.

Αυτός, επομένως, είναι ο βασικός συλλογισμός που συνέχει την πρότασή μας: (α) απαιτείται ένα νέο κοινωνικό, πολιτικό και παραγωγικό υπόδειγμα το οποίο (β) επιβάλλει και προϋποθέτει έναν νέο τρόπο οργάνωσης και συμμετοχής των κοινωνικών και παραγωγικών δυνάμεων, ο οποίος με τη σειρά του (γ) απαιτεί έναν νέο τρόπο δόμησης και λειτουργίας των συλλογικών εκφράσεων αυτών των κοινωνικών και παραγωγικών δυνάμεων.

Στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής είμαστε υποχρεωμένοι κι εμείς, οι μηχανικοί, να δούμε υπό ολωσδιόλου διαφορετική οπτική τη θέση μας στις νέες κοινωνικοπολιτικές και παραγωγικές συνθήκες.

Για την πολιτική, επί της αρχής

Εδώ και χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζονται νεοφιλελεύθερες «αναπτυξιακές» πολιτικές όπου επικρατούν:

  • ο ανηλεής πόλεμος μεταξύ των πάντων (προσώπων, επιχειρήσεων, περιφερειών κλπ.) και η συναφής διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και την προσέλκυση επενδύσεων,
  • η «χρέωση» της οικονομίας και της παραγωγής αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα και η εξ αυτής συμμετοχή των ιδιωτών στις δημόσιες υποδομές και στην εξαγορά δημοσίων επιχειρήσεων ή δημόσιας γης μέσω των ιδιωτικοποιήσεων και, τέλος,
  • η υπερεκμετάλλευση έως εξαντλήσεως των πάσης φύσεως πόρων (φυσικών, ενεργειακών, πολιτισμικών κλπ.).

Ειδικότερα στη χώρα μας οι πολιτικές αυτές έτειναν να προσλάβουν χαρακτηριστικά κοινωνικού, παραγωγικού και περιβαλλοντικού ολετήρα.

Το επιδιωκόμενο νέο υπόδειγμα πρέπει, αντίθετα, να βασίζεται στην κοινωνική συνοχή, τον δημόσιο έλεγχο και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Στο πλαίσιο αυτής της θέσης, και στη συνεπαγωγική εξειδίκευσή της στον χώρο των μηχανικών, θα θέλαμε να διατυπώσουμε, καταρχήν, τρεις βασικές προτάσεις:

  • η κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη δεν υφίσταται χωρίς τη γεωγραφική συνοχή και δικαιοσύνη και, συναφώς, η απολύτως αναγκαία παραγωγική ανασυγκρότηση προϋποθέτει τη χωρική ανασυγκρότηση,
  • η διευθέτηση των πόρων πρέπει να αποτελέσει ένα από τα μείζονα θέματα ώστε η αυστηρή και πειθαρχημένη χρήση τους από μεροληπτική και κοινωνικά άδικη στέρηση να γίνει επιλογή ζωής μέσα σε συνθήκες κοινωνικής και παραγωγικής δικαιοσύνης και, τέλος,
  • η ανάδυση της πολιτικής της καθημερινότητας, όπου οι πολίτες εμπλέκονται και συμμετέχουν ενεργά στις αποφάσεις για τα θέματα που τους αφορούν αποτελεί (πρέπει να αποτελεί) σημαντικό και διαχρονικό πολιτικό στόχο, καθώς αλλάζει τη λογική με την οποία οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη ζωή τους, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

Ήδη, η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ ως πρώτης πολιτικής δύναμης στη χώρα και η συγκρότηση της νέας Κυβέρνησης θεωρούμε ότι μας επιτρέπει να δούμε υπό πολύ καλύτερες συνθήκες τις δυνατότητες προώθησης και εμπέδωσης των προτάσεων αυτών.

Για το νέο υπόδειγμα, ειδικότερα (ή, αλλιώς, «πίσω στα βασικά»)

Στην εξειδίκευση της κρίσιμης συζήτησης για το νέο υπόδειγμα έχουμε, πλέον, την υποχρέωση να απαντήσουμε σε ερωτήματα πρωταρχικά: ποιο μοντέλο ανάπτυξης θέλουμε να υποστηρίξουμε, ή ποια μεθοδολογία μετασχηματισμών στην παραγωγή και την κατανάλωση θέλουμε να προωθήσουμε. Επιπλέον, ποιος παράγει τι, με ποιον τρόπο και προς όφελος τίνος, ή ποια πρέπει να είναι η σχέση δημόσιου και ιδιωτικού, ή πώς ορίζονται οι προτεραιότητες, ή μέσα από ποιους θεσμούς και διαδικασίες ιεραρχούνται οι ανάγκες κλπ.

Ερώτημα πρώτο: ποιοι μπορεί να είναι οι φορείς (τα οικονομικά υποκείμενα) της παραγωγής; Ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα εστιάζει στις ποικιλόμορφες κοινωνικές ανάγκες μπορεί να το υποστηρίξει μόνο ένας συνδυασμός δημόσιου, ιδιωτικού και κοινωνικού τομέα (σε αντίθεση με τη νεοφιλελεύθερη άποψη που στηρίζεται αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα), δεδομένου ότι μόνον έτσι θα πολλαπλασιαστεί το δυναμικό των εμπλεκομένων φορέων και θα καλλιεργηθεί μια διαφορετική λογική ως προς την οικονομική οργάνωση και δραστηριότητα. Εννοείται ότι οι προαναφερόμενοι τομείς θα προσφέρουν κατά τη λογική που αναφέρθηκε υπό την αίρεση της ουσιαστικής αποκάθαρσης και ανασύστασής τους.

Ερώτημα δεύτερο: πώς αναδιοργανώνονται και μορφοποιούνται οι οικονομικές δραστηριότητες; Είναι προφανές ότι οι σημαντικοί κλάδοι της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να αναδιαρθρωθούν και να συμπληρωθούν από νέους, με τρόπο ώστε να προκύπτουν κατά το δυνατόν ολοκληρωμένα παραγωγικά συμπλέγματα, προφανώς πολλαπλασιαστικής δυναμικής αφού κάθε κλάδος θα συναρθρώνεται με άλλους του ίδιου συμπλέγματος (π.χ. μέσα από την εσωτερική χρησιμοποίηση προϊόντων του ενός για την παραγωγή του άλλου).

Ερώτημα τρίτο: πώς επιτυγχάνονται τοπικά παραγωγικά συστήματα μέσω της χωρικής «αγκύρωσης» της παραγωγής; Ασφαλώς η πολύπλοκη γεωμορφολογία της χώρας (ορεινοί όγκοι, μεγάλος αριθμός νησιών κλπ.), η οικιστική πολυδιάσπασή της (πάνω από 12.000 οικισμοί, 200 κατοικημένα νησιά…) και το μικρό μέγεθος του παραγωγικού κλήρου καθιστούν εξ αντικειμένου ιδιαίτερα απαιτητικό τον (όποιο) σχεδιασμό και προγραμματισμό. Εν τούτοις, βασισμένη στα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά, η εξειδικευμένη ενσωμάτωση της παραγωγής σε μία μικροπεριοχή καλύπτει πλήθος προφανών κοινωνικών και οικονομικών στόχων.

Ερώτημα τέταρτο: ποια μπορεί να είναι τα καινοτομικά στοιχεία που μπορούν να εφαρμοστούν με στόχο ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης συμβατό με τις ανάγκες της κοινωνίας και του περιβάλλοντος; Εδώ ως καινοτομία εννοούμε την προώθηση νέων αγαθών και υπηρεσιών στις αγορές ή νέων μεθόδων παραγωγής και οργάνωσης της εργασίας και καλύπτει πεδία όπως είναι (α) η καινοτομία προϊόντος (με στόχο υλικά με χαμηλά επίπεδα «ενσωματωμένης» ενέργειας [χαμηλή ενέργεια μεταφοράς και εφαρμογής] και υλικά με χαμηλές απαιτήσεις συντήρησης [ανθεκτικότητα, εύκολη συντήρηση, προσαρμογή στις αλλαγές χρήσης κλπ.]), (β) η καινοτομία παραγωγής (διαμόρφωση/υιοθέτηση νέων ή βελτιωμένων μεθόδων παραγωγής /διανομής και οργάνωσης της εργασίας [π.χ. τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνίας]) και (γ) η καινοτομία οργάνωσης επιχειρήσεων (ενδοεπιχειρησιακό επίπεδο οργάνωσης, διεπιχειρησιακή συνεργασία και, τέλος, σχέσεις των επιχειρήσεων με το ευρύτερο «υποστηρικτικό» τους περιβάλλον [πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, επιμελητήρια, τοπική και περιφερειακή αυτοδιοίκηση, οργανισμούς κατάρτισης, οργανώσεις καταναλωτών κλπ.])

Ερώτημα ακροτελεύτιο: και τι σχέση έχουν οι μηχανικοί με όλα αυτά; Εμείς απαντάμε «μεγάλη», το ίδιο φανταζόμαστε και ελπίζουμε ότι θα απαντήσει και το μεγαλύτερο μέρος του τεχνικού κόσμου προς το οποίο, τελικά, απευθυνόμαστε.

Οι μηχανικοί στην κρίση: μεγάλα προβλήματα που ζητούν λύση

Τα εργασιακά και ασφαλιστικά θέματα

Ο κόσμος της εργασίας στα χρόνια της κρίσης έχει υποστεί ισχυρότατα πλήγματα. Έχει δει τα κεκτημένα του να καταρρακώνονται για την ανταγωνιστικότητα, τη δήθεν αποπληρωμή του χρέους και τις επιταγές των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων. Αναφέρουμε ενδεικτικά: α) τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, ειδικά στους νέους και τις γυναίκες, β) την κατάργηση των ΣΣΕ, γ) τη γενίκευση των προγραμμάτων voucher με μισθούς χαμηλότερους και από αυτούς του κατώτατου εισοδήματος, δ) τον διαχωρισμό των ασφαλισμένων σε νέους και παλιούς, ε) την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, γενικών και ειδικών, καθώς και την κατάργηση ή τον περιορισμό ευνοϊκών ρυθμίσεων για ευαίσθητες κατηγορίες ασφαλισμένων, στ) τις δραματικές μειώσεις των συντάξεων και των παροχών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ζ) τις μεγάλες και δυσβάστακτες αυξήσεις εισφορών.

Το ζήτημα των επαγγελματικών δικαιωμάτων

Την ίδια στιγμή επιχειρήθηκε, και δυστυχώς έγινε εφικτό σε έναν βαθμό, η συζήτηση στους φορείς αντιπροσώπευσης του κλάδου να μετατοπιστεί σε εσωτερικές διενέξεις γύρω από το ζήτημα των επαγγελματικών δικαιωμάτων της κάθε ειδικότητας. Ένα ζήτημα ακανθώδες, το οποίο θα παραμένει άλυτο όσο οι εκπρόσωποι κάθε ειδικότητας επιχειρούν να το αντιμετωπίσουν από στενά συντεχνιακή σκοπιά. Χρειάζεται να αντιληφθούμε ότι δεν είναι το μείζον ποιο κομμάτι θα πάρει ο καθένας από μια δραματικά συρρικνωμένη “πίτα”. Τα επαγγελματικά δικαιώματα πρέπει να απορρέουν από τα αντίστοιχα προγράμματα σπουδών των πολυτεχνικών σχολών, και άρα να διευρυνθούν αντιστοίχως σε ορισμένες περιπτώσεις, έχοντας ως κριτήριο την επιστημονική επάρκεια. Ταυτόχρονα, η περικοπή δικαιωμάτων δεν μπορεί να είναι ούτε προτεραιότητα ούτε επιλογή εν μέσω της σφοδρότητας της οικονομικής κρίσης.

Η κατάσταση στον κατασκευαστικό κλάδο

Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από υποχώρηση του κλάδου των κατασκευών. Η αξία της συνολικής κατασκευαστικής δραστηριότητας στην ΕΕ εμφανίζει μικρές μειώσεις (2% έως 4%), ενώ σχεδόν διπλάσια ήταν η ύφεση στα έργα υποδομής, κυρίως λόγω των περικοπών στις δημόσιες επενδύσεις. Ήδη από το 2008 έχουν χαθεί περισσότερες από 2,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας.

Στην Ελλάδα οι κατασκευές απετέλεσαν έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της οικονομίας και σε σχέση με τον ευρωπαϊκό χώρο μέχρι το 2008 συνέβαλαν με λίγο υψηλότερο από το μέσο κοινοτικό ποσοστό στην ελληνική οικονομία. Από την αρχή της κρίσης, όμως, καταγράφεται υποδιπλασιασμός της συμβολής των κατασκευών στη δημιουργία του ΑΕΠ (8,8% το ∆’ τρίμηνο του 2006, 4,1% το Β’ τρίμηνο του 2012). Όσον αφορά την απασχόληση στον κλάδο των κατασκευών τα πράγματα είναι δραματικά: από το 2007 έως το τέλος του 2013 καταγράφηκε μείωση της απασχόλησης κατά 60% (402 χιλιάδες το 2007, 166 χιλιάδες το 2013). Σημαντικός αριθμός μηχανικών (κατ’ εκτίμηση 7.000 10.000) υποχρεώθηκε να μεταναστεύσει.

Συμπληρωματικά, για το εύρος των προβλημάτων, ας παραθέσουμε (χωρίς δική μας αξιολόγηση) την άποψη του σημερινού (ή μέχρι πρότινος;) Προέδρου του ΤΕΕ σύμφωνα με την οποία για τα επόμενα 15 χρόνια ο αριθμός των εισακτέων στις πολυτεχνικές σχολές πρέπει να μειωθεί κατά 50% «ώστε σε προοπτική δεκαπενταετίας η αναλογία μηχανικών να προσεγγίζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο».

Από την άλλη, στο επιχειρηματικό/εταιρικό δυναμικό του κατασκευαστικού τομέα η κρίση επέτεινε τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και τη διαμόρφωση ολιγοπωλιακών καταστάσεων, καθώς κατέρρευσαν πολλές μικρές και μεσαίες εργοληπτικές επιχειρήσεις, ενώ ταυτόχρονα ενισχύθηκε η προνομιακή μεταχείριση από το πολιτικό σύστημα συγκεκριμένων εταιρειών που επεκτάθηκαν σε όλους σχεδόν τους τομείς έργων και υπηρεσιών.

Στο πλαίσιο αυτό, αρκετές τεχνικές εταιρείες αναζήτησαν διέξοδο σε αγορές εκτός Ελλάδας, όπου, όμως, αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα (στην έκδοση εγγυητικών επιστολών, στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων τους και στην υποστήριξή τους από την πρακτικά ανύπαρκτη εθνική οικονομική διπλωματία).

Τέλος, τα αδιάθετα καινούρια ακίνητα μετριούνται πλέον σε εκατοντάδες χιλιάδες και η κτηματαγορά έχει κυριολεκτικά καθηλωθεί, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων έχει εξαϋλωθεί και το νέο ΕΣΠΑ (ΣΕΣ 2014-2020) εμφανίζει υπερδέσμευση 50%(!) (που σημαίνει ότι έχουν εξαγγελθεί έργα που αντιστοιχούν σε κοινοτική συνδρομή 50% μεγαλύτερη από τη διατιθέμενη) και είναι εν πολλοίς «καπαρωμένο» για τα «αζήτητα» των Συμβάσεων Παραχώρησης των οδικών αξόνων (Πάτρα – Πύργος, Καλό Νερό – Τσακώνα, Λαμία – Ξυνιάδα…).

Μετά από όλα αυτά, δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να αντιληφθεί κανείς ότι η νέα Κυβέρνηση και οι μηχανικοί καλούνται να επιχειρήσουν σε ένα τοπίο καθολικής καταστροφής και να αντιληφθεί, επίσης, ότι η ανάταξη του κατασκευαστικού χώρου απαιτεί απίστευτη δουλειά!

Και τώρα, τι κάνουμε;

Ακόμα και σε ένα πλαίσιο Κυβέρνησης της Αριστεράς, οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες δεν μπορούμε παρά να συνεχίσουμε να παλεύουμε για τις διεκδικήσεις και τα αιτήματά μας. Η νέα Κυβέρνηση μπορεί να προσφέρει μια θεσμική «ανάταση» και να μας δώσει τον χώρο για τη συλλογική υπεράσπιση των αιτημάτων μας, σε καμία περίπτωση όμως δεν πρέπει να αναθέσουμε τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις μας σε αυτήν. Τώρα καλούμαστε με δυνατότερη φωνή να συλλογικοποιήσουμε την πολιτική μας πρακτική, να επεξεργαστούμε βαθύτερα τις διεκδικήσεις μας, να ενισχύσουμε την αυτοοργάνωση μας, να διεκδικήσουμε τα ήδη χαμένα κεκτημένα μας, που, πάντως, δεν θα μας χαριστούν «ανέξοδα» ή «εν μια νυκτί». Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και η διεκδίκηση του αξιοπρεπούς κατώτατου μισθού είναι τα πρώτα, αλλά όχι τα μόνα, βήματα: πρέπει να διεκδικήσουμε την κατάργηση των προγραμμάτων voucher, τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, την πλήρη ιατροφαρμακευτική μας κάλυψη, τα επιδόματα ανεργίας. Παράλληλα πρέπει να εργαστούμε σε βάθος απέναντι στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και να δομήσουμε ένα νέο υπόδειγμα ριζοσπαστικού και παρεμβατικού συνδικαλισμού σε όλα τα επίπεδα, από τη οργάνωση νέων πρωτοβάθμιων σωματείων μέχρι την αλλαγή συσχετισμών στα τριτοβάθμια όργανα.

Πριν απ’ όλα, όμως, και πάνω απ’ όλα οφείλουμε να καταλάβουμε ότι αν δεν ανατραπεί εκ βάθρων όλο το σύστημα χρηματοδότησης και παραγωγής των δημοσίων και των ιδιωτικών έργων τα πράγματα θα παραμείνουν ημιτελή και ατελέσφορα, δεδομένου ότι είναι αδύνατον να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά και ουσιαστικά τα μεγάλα εργασιακά και ασφαλιστικά ζητήματα του τεχνικού κόσμου ερήμην των γενικότερων οικονομικών και παραγωγικών συνθηκών.

Το ΤΕΕ που ξέρουμε δεν μπορεί

Το βάθος των προβλημάτων και η ρηχότητα(;) της διεκπεραίωσής τους

Όσον αφορά την κοινωνική και παραγωγική παρουσία του, το ΤΕΕ που γνωρίζουμε υπήρξε επί μακρόν ένα κακομαθημένο Επιμελητήριο με παχυλό προϋπολογισμό, που του άρεσαν «τα πάρτι στο κατάστρωμα» και το οποίο δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά και αποτελεσματικά παρά μόνο με ελάχιστα και κατ’ επιλογή θέματα.

Ας αναλογιστεί ο κάθε ένας και η κάθε μία από εμάς, με βάση τις προσωπικές του εμπειρίες και προσλαμβάνουσες, την πραγματική (προσοχή, την πραγματική και όχι τη ρητορική!) στάση του ΤΕΕ στο ευρύ φάσμα των θεμάτων (παραγωγικά, περιβαλλοντικά, αναπτυξιακά, επαγγελματικά κλπ.) στα οποία εμπλέκονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι μηχανικοί (καταγράφουμε τυχαία, χωρίς αξιολογικές ιεραρχήσεις και χρονικές αναφορές):

  • Αυθαίρετα
  • Δημόσια περιουσία
  • Κτηματολόγιο
  • Δασικοί χάρτες
  • Αιγιαλός και παραλία
  • Χωροταξική πολιτική
  • Ιδιωτικοποιήσεις (α, πλην Ελληνικού αλλά…)
  • Συμβάσεις Παραχώρησης
  • Διαχείριση απορριμμάτων
  • Ενεργειακή πολιτική
  • Περιβαλλοντοκτόνες πολιτικές και δράσεις (λ.χ. Σκουριές ως πιο προβεβλημένο)
  • Ολυμπιακοί αγώνες (ναι, μην τους ξεχνάμε γιατί ανέδειξαν όρια αντιλήψεων…)
  • Έρευνα και καινοτομία στις ελληνικές συνθήκες
  • Λειτουργία δημοσίων τεχνικών υπηρεσιών (πολεοδομίες, δασαρχεία κ.ά.)
  • Σχέση δημόσιου και ιδιωτικού στον έλεγχο των έργων
  • Πλαίσιο παραγωγής δημοσίων και ιδιωτικών έργων
  • Επιστημονικά πεδία
  • Επαγγελματικά μητρώα
  • Πιστοποιήσεις
  • Ασφαλιστικό
  • Τράπεζα Αττικής
  • Εργασιακά

Συμπληρώστε, διαγράψτε, διορθώστε, κάνετε ό,τι εσείς θεωρείτε ορθότερο˙ συμφωνήστε, όμως, μαζί μας ότι ο τελικός κατάλογος είναι μακρύς και πολύ σοβαρός για να τον αγνοούμε πλέον

Οι παρατάξεις και η πολιτεία τους – τα όρια και οι προϋποθέσεις της εμπλοκής τους

Στις τελευταίες εκλογές του ΤΕΕ, τον Νοέμβριο του 2013, η συμμετοχή των μηχανικών ήταν μικρότερη του 30%, μειωμένη ακόμα περισσότερο από τις εκλογές του 2010.

Είναι προφανές ότι το ΤΕΕ αφήνει αδιάφορους τους περισσότερους μηχανικούς. Επίσης είναι προφανές ότι η αδιαφορία αυτή δεν απασχολεί καθόλου, το αντίθετο μάλιστα, τις παρατάξεις που εδώ και δεκαετίες το ελέγχουν. Το ΤΕΕ λειτουργεί σαν κλειστό κλαμπ, όπου κυριαρχεί η αλλεργία στη συμμετοχή του μεγάλου χώρου των μηχανικών, οι προσωπικές πολιτικές, οι μικροπαραγοντισμοί και οι ιδιότυπες διαχωριστικές γραμμές (μικροί / μεγάλοι, δημόσιοι υπάλληλοι / ελεύθεροι επαγγελματίες, επαγγελματίες του συνδικαλισμού και της πολιτικής / ερασιτέχνες του συνδικαλισμού…) ως απότοκο μίας εντελώς αναποτελεσματικής και ανορθολογικής προσέγγισης. Ασφαλώς δεν θέλουμε να χρεώσουμε εξίσου αυτή την κατάσταση σε όλες τις παρατάξεις, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτό που ισχύει. Και, ας το πούμε καθαρά, αυτό που ισχύει δεν μπορεί να πάει πουθενά!

Συνεπώς συγκροτούμε μια νέα συλλογικότητα προς μια νέα εποχή

Όσοι και όσες υπογράφουμε αυτό το κείμενο είμαστε μηχανικοί που θεωρούμε ότι η ανάγκη και η δυνατότητα για μια πραγματικά δημοκρατική και ριζοσπαστική παρέμβαση στον μαζικό μας χώρο είναι υπαρκτή και κρίσιμη. Συγκροτούμε μια νέα παράταξη γιατί θέλουμε να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις της εποχής, για μια νέα ενωτική φωνή στον χώρο της Αριστεράς αλλά και στον ευρύτερο προοδευτικό κόσμο των μηχανικών, με τρεις βασικούς στόχους:

(α)          να επαναπροσδιορίσουμε τον ρόλο των μηχανικών στις νέες συνθήκες και να διεκδικήσουμε την ενεργό συμμετοχή μας στη διαμόρφωση του νέου κοινωνικοπαραγωγικού υποδείγματος που, όπως ήδη εξηγήσαμε, «μοιραία» θα (πρέπει να) αναπτυχθεί,

(β)          να αντιπαρατεθούμε συγκρουσιακά με το κατεστημένο και τους μηχανισμούς μέσα στο ΤΕΕ, με στόχο να απαλλαγούμε από τη γραφειοκρατική του καθήλωση και να αποκτήσει νέα πνοή με την ουσιαστική συμμετοχή ενός εκτεταμένου, υπαρκτού αλλά αόρατου μέχρι σήμερα, έμψυχου δυναμικού που μπορεί να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων με νέες ιδέες και διάθεση για προσφορά και, τέλος,

(γ)          να συνεκφράσουμε και να συνκινητοποιηθούμε με όλους τους μηχανικούς που δίνουν πραγματικό αγώνα για την επαγγελματική τους επιβίωση και για τα επαγγελματικά, εργασιακά και ασφαλιστικά τους δικαιώματα.

Ξεκινάμε αρκετοί αλλά γνωρίζουμε καλά ότι χρειάζονται πολλοί περισσότεροι˙ γι’ αυτό η κίνησή μας δεν είναι διασπαστική («μία ακόμα παράταξη») αλλά αυθεντικά ενωτική, απευθυνόμενη προς κάθε έναν και κάθε μια που συμφωνεί μαζί μας ότι οι καιροί παραέγιναν απαιτητικοί για να μένουμε αδρανείς και εφησυχασμένοι.