Μια σημαίνουσα παρέμβαση για την «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας

του Αλέξανδρου Ζαχιώτη

Πριν μια βδομάδα, η επίτροπος της Κομισιόν για θέματα Ανταγωνισμού, Margrethe Vestager, εξαπέλυσε ευθεία επίθεση προς την ελληνική κυβέρνηση, με αφορμή τη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Τα δύο βασικά ζητήματα που ανέδειξε ήταν, αφενός η μη πρόσβαση των ιδιωτών παραγωγών ενέργειας στο λιγνίτη, στην οποία οφείλεται η «ελλιπής» απελευθέρωση της αγοράς στην Ελλάδα, κι αφετέρου η αυτονομία της ΡΑΕ έναντι της νέας ηγεσίας του ΥΠΑΠΕΝ. Πρόκειται για μια παρέμβαση ενδεικτική του τί διακυβεύεται στο πεδίο της ενέργειας, τόσο στην Ελλάδα όσο και πανευρωπαϊκά.

Πόση απελευθέρωση (της αγοράς) είναι αρκετή;

Ως προς το πρώτο ζήτημα, δεν είναι υπερβολή να πούμε πως η επίτροπος εκφράζει αυτούσιες τις επιδιώξεις του εγχώριου και διεθνούς ιδιωτικού κεφαλαίου. Σε ότι αφορά την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα μας, αποτελεί μάλλον κοινή πεποίθηση, με την έννοια ότι καλλιεργείται συστηματικά από το κυρίαρχο οικονομικό και μιντιακό μπλοκ, πως είναι μονάχα μερικώς απελευθερωμένη. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Διαθέτουμε, όπως και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, μια πλήρως απελευθερωμένη αγορά, μόνο που για το κεφάλαιο η απελευθέρωση των αγορών είναι πάντα μια αναγκαία αλλά όχι κατ’ ανάγκην και ικανή συνθήκη για την επίτευξη σημαντικών ποσοστών κέρδους.

Τί είναι αυτό που τους ενοχλεί στην περίπτωση της Ελλάδας; Είναι το γεγονός πως οι μεγάλοι ιδιώτες παίκτες (δηλαδή αυτοί που θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τη ΔΕΗ: Elpedison, Protergia κλπ) δε διαθέτουν ένα «χαρτοφυλάκιο» μονάδων παραγωγής αντίστοιχο με αυτό της ΔΕΗ, και συγκεκριμένα δε διαθέτουν λιγνιτικές μονάδες και υδροηλεκτρικά, ενώ διαθέτουν μονάδες φυσικού αερίου, αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα (καθώς και μικρές μονάδες βιομάζας, πλέον). Το πρόβλημα είναι, συνεπώς, πως δεν μπορούν να συναγωνιστούν τη ΔΕΗ, με όρους οριακού κόστους παραγωγής κι άρα τελικής τιμής στον καταναλωτή. Η «πρόσβαση» στο λιγνίτη και δευτερευόντως στα νερά είναι το μεγάλο διακύβευμα γι’ αυτούς.

Η πιο λογική απάντηση θα ήταν «ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα». Δηλαδή, εάν θέλετε ένα τέτοιο χαρτοφυλάκιο, δεν έχετε παρά να φτιάξετε και τις αντίστοιχες μονάδες. Ούτε αυτό όμως είναι αρκετό. Ειδικά στην περίπτωση των λιγνιτικών μονάδων, πρόκειται για επενδύσεις που απαιτούν μεγάλα ποσά σε σταθερό κεφάλαιο και έχουν σχετικά μεγάλο χρόνο ζωής (περίπου 40 χρόνια απ’ τη στιγμή που θα εγκριθεί η επένδυση). Οι ιδιώτες επενδυτές δε φαίνεται να είναι διατεθειμένοι να δεσμεύσουν τόσο μεγάλα κεφάλαια για τόσο μεγάλο χρόνο κι αντ’ αυτού προτιμούν το πολύ πιο ευέλικτο μοντέλο των δημοπρασιών, δηλαδή της αγοράς, βάσει συμβολαίων, από τη ΔΕΗ λιγνιτικής παραγωγής και μεταπώλησής της στον καταναλωτή, κάτι σαν «ενοικίαση» των μονάδων αυτών. Αυτό θα συνεπάγεται βέβαια κι ένα «καπέλο» στην τελική τιμή καταναλωτή, τέτοιο ώστε να προκύπτει το απαραίτητο κέρδος για το μεσάζοντα ιδιώτη.

Προφανώς, με όρους δημοσίου συμφέροντος, κάτι τέτοιο δεν παύει να είναι ανεπίτρεπτο και σωστά το ΥΠΑΠΕΝ τάσσεται ενάντια στο σχέδιο των δημοπρασιών. Τόσο η αναμενόμενη ένταση της λιγνιτικής παραγωγής σε ένα τέτοιο σενάριο, όσο και η επιδίωξη περιθωρίων κέρδους για το ιδιωτικό κεφάλαιο εις βάρος των καταναλωτών, ιδίως σε μια περίοδο που η ενεργειακή φτώχεια είναι κρίσιμη παράμετρος, είναι ενδεχόμενα που θα πρέπει να αποκλείονται από τη μεριά μας.

Ούτε όμως, μπορούμε να παραδίδουμε με ελαφριά την καρδιά το λιγνίτη στο ιδιωτικό κεφάλαιο, ακόμα κι αν είχε την πρόθεση να επενδύσει σε νέες μονάδες. Ο λιγνίτης παραμένει το «εθνικό καύσιμο», πρόκειται όμως για ένα καύσιμο ρυπογόνο και στρατηγικός μας στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η δραστική μείωση της συμμετοχής του στο ενεργειακό μείγμα, προς όφελος μορφών παραγωγής πιο φιλικών προς το περιβάλλον. Για έναν τέτοιο στόχο, μπορεί να μην είναι ικανή αλλα είναι σίγουρα αναγκαία συνθήκη το να είναι ο λιγνίτης αυστηρά υπό τον κρατικό έλεγχο.

Προς ένα ενεργειακό Μάαστριχτ

Είπαμε όμως πως η παρέμβαση της επιτρόπου δεν αφορούσε μονάχα το θέμα του λιγνίτη, αλλά και το ζήτημα της ανεξαρτησίας της ΡΑΕ. Και πάλι, η παρέμβαση καθόλου τυχαία δεν είναι. Η ανεξαρτησία της ΡΑΕ είναι αφενός ζήτημα αρχής για κάθε νεοφιλελεύθερο που σέβεται τον εαυτό του, εν προκειμένω εντάσσεται όμως και σ’ ένα μεγαλύτερο στοίχημα, αυτό του σχεδίου για την «Ενεργειακή Ένωση» που προωθεί με πάθος η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Πρόκειται για ένα μεγαλόπνοο πρότζεκτ ενοποίησης των επιμέρους αγορών ενέργειας σε μια κοινή ευρωπαϊκή αγορά, με κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο, κοινή «εξωτερική» πολιτική και κοινούς μηχανισμούς ελέγχου κι εποπτείας. Ταυτόχρονα αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες του αναπτυξιακού σχεδίου Γιούνκερ, με εκτιμώμενο προϋπολογισμό επενδύσεων σε υποδομές περί τα 2δις € κάθε χρόνο, για τα επόμενα δέκα χρόνια, πάντα με την αναλογία 1 προς 15, δηλαδή για ένα δις από δημόσια χρήματα θα εισρέουν άλλα δεκαπέντε από ιδιώτες.

Παρόλο που ως πυλώνες αυτού του σχεδίου παρουσιάζονται η ασφάλεια εφοδιασμού κι η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών, η απο-ανθρακοποίηση των οικονομιών, η ανάπτυξη της έρευνας και της καινοτομίας κι η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, η αυστηροποίηση των ορίων εκπομπών κι η παγκόσμια πρωτοπορία της Ευρώπης στις ΑΠΕ κλπ, όλα εκκινούν από τους μηχανισμούς εποπτείας κι ελέγχου της αγοράς. Όχι τυχαία.

Στρατηγικό βήμα για τη μετάβαση σε αυτό το μοντέλο, είναι η αναβάθμιση του ρόλου του ACER (association for cooperation of energy regulators), δηλαδή μιας υπερ-ΡΑΕ που έχει ήδη φτιαχτεί από το 2009, αλλά μέχρι στιγμής δεν είχε κάποιο σημαντικό ρόλο. Η ενδυνάμωση του ρόλου του ACER, στο παραπάνω πλαίσιο, σημαίνει πως και οι επιμέρους ΡΑΕ θα διατηρήσουν την αυτονομία τους από τις κυβερνήσεις, ώστε να υπάγονται απευθείας σε αυτόν (κι όχι στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών). Ναι, πρόκειται για την ίδια ακριβώς λογική της ΕΚΤ και των Εθνικών Τραπεζών.

Έχει σημασία, ωστόσο, να τονίσουμε πως μια αντίσταση σε αυτούς τους σχεδιασμούς από πλευράς της αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα, δεν μπορεί να έχει αξιώσεις επιτυχίας αν στέκεται μονάχα στην «απόσπαση εθνικής κυριαρχίας», δηλαδή στο ότι στερούμαστε της δυνατότητας να έχουμε τη δική μας εθνική ενεργειακή στρατηγική. Το μετα-δημοκρατικό πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, με τους υπερ-εθνικούς μηχανισμούς που ελέγχουν τα πάντα χωρίς να λογοδοτούν πουθενά, δεν πλήττει τα έθνη γενικά, αλλά τις μεγάλες κοινωνικές πλειοψηφίες σε κάθε κράτος, που βρίσκονται πλέον εκτός κάθε δυνατότητας ελέγχου και συναπόφασης.

Επιπλέον, παρόλο που η «Ενεργειακή Ένωση» προτάσσει την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών, καθόλου δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι τέτοιο κι αυτό οφείλει να βρίσκεται στην αιχμή του δόρατος των επιχειρημάτων μας. Από τη μία, η δημιουργία μιας κοινής αγοράς, άρα και μιας κοινής τιμής βάσης του ηλεκτρικού ρεύματος και του φυσικού αερίου, κι από την άλλη, οι ενιαίοι περιβαλλοντικοί κανονισμοί (όχι για το κάθε κράτος-μέλος πλέον, αλλά για το σύνολό τους) θα έχουν ως αποτέσμα να ενταθεί ο ήδη άνισος καταμερισμός των τεχνολογιών παραγωγής και του περιβαλλοντικού και οικονομικού κόστους τους.

Εντός αυτού του πλαισίου και με το σχέδιο «Ήλιος» να αποτελεί πλέον ανέκδοτο, οι εγχώριοι νεοφιλελεύθεροι παρουσιάζουν την Ενεργειακή Ένωση ως μια ιστορική ευκαιρία για τη χώρα να αναστηλώσει την οικονομία της, μετατρέποντας τον εαυτό της σε μείζων ενεργειακό εξαγωγέα από ΑΠΕ . Μια τέτοια τοποθέτηση, βασιζόμενη στο δόγμα πως σκοπός των κοινωνιών είναι να εξάγουν γενικά κι αόριστα, αποκρύπτει το γεγονός πως αυτό θα σημαίνει αφενός μια βίαιη ανακατάταξη των χρήσεων γης κι έναν ευτελισμό του περιβαλλοντικού πλαισίου για την εγκατάσταση των έργων ΑΠΕ προκειμένου να εισρεύσουν οι επενδύσεις, αφετέρου την παραμονή (αν όχι επέκταση, με βάση και το πρώτο τμήμα του άρθρου) των ρυπογόνων θερμικών σταθμών προκειμένου να καλύπτεται και η εγχώρια ζήτηση. Αλλά τι σημασία έχουν όλ’ αυτά εάν έχεις να καυχιέσαι πως εξάγεις «πράσινα»…

Επίλογος

Όπως και σε όλα τα υπόλοιπα πεδία, έτσι και σ’ αυτό της ενέργειας, η αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα καλείται να σχεδιάσει πολιτικές σ’ ένα εξαιρετικά δυσμενές πλαίσιο για τις δικές μας προκείμενες. Αλλά αυτό το γνωρίζαμε κι αν δεν μπορούμε να ανταπεξέλθουμε δε θα είναι εύκολο να ρίξουμε αλλού το φταίξιμο. Το αιτούμενο για εμάς παραμένει να ανοίξουν δρόμοι για ένα διαφορετικό υπόδειγμα, ακόμα κι αν αυτό αργήσει να ευοδώσει. Εάν στο δοσμένο πλαίσιο, δεν είναι εφικτό να κερδηθεί κάτι τέτοιο, αυτό δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για να παραπέμψουμε την προσπάθεια για αυτό το νέο υπόδειγμα στις καλένδες, αλλά μια ακόμα αφορμή για να έρθουμε σε σύγκρουση και ρήξη με το πλαίσιο αυτό.

Πηγή: red notebook

Ένα σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.