Γιατί είναι αδιαπραγμάτευτη η στρατηγική των ιδιωτικοποιήσεων;

του Γιώργου Βελεγράκη, από την εποχή

Μέσω της δημιουργικής ασάφειας, η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να θέσει κάποιες προϋποθέσεις για την «προστασία του δημοσίου συμφέροντος», παρά τις ιδιωτικοποιήσεις. Έχω την αίσθηση ότι οι ιδιώτες επενδυτές δεν έχουν κανένα πρόβλημα να τηρήσουν αυτές τις δεσμεύσεις.

Στο σκάκι της διαπραγμάτευσης των τελευταίων ημερών γίνεται όλο και περισσότερο φανερό ότι «οι θεσμοί» δεν ξέρουν, δεν μπορούν και δεν θέλουν να χαράξουν οποιοδήποτε άλλο δρόμο από αυτό της λιτότητας και της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης. Η λιτότητα και η εσωτερική υποτίμηση, όπως σωστά έχει επισημανθεί στην αρθρογραφία της Αριστεράς τελευταία, δεν είναι μια παράπλευρη συνέπεια της εξυπηρέτησης του χρέους αλλά μια στρατηγική επιλογή για τη συσσώρευση του κεφαλαίου που βρίσκεται -ακόμα- σε κρίση.
Δεν γεννάει καμία απορία, λοιπόν, το γεγονός ότι οι ιδιωτικοποιήσεις και η εκποίηση των δημόσιων αγαθών αποτελεί μια κόκκινη γραμμή από την πλευρά των θεσμών. Είναι ο πυρήνας της στρατηγικής τους που εφαρμόστηκε με «απόλυτη επιτυχία» κατά τα λεγόμενα τους τόσο σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, όσο και στις προς ένταξη χώρες της ανατολικής Ευρώπης. «Κάντε όπως στη Λετονία», μας λένε όχι μόνο σε επικοινωνιακό, αλλά και σε απόλυτα υλικό επίπεδο.

Λάθος στρατηγική

Είναι όμως απορίας άξιο πώς η ελληνική κυβέρνηση, η αριστερή ελληνική κυβέρνηση, αποδέχεται αυτή τη στρατηγική. Στο κείμενο των 47 ή 47+ σελίδων προς τους θεσμούς παρουσιάζεται ένας πολύ ωραίος πίνακας όπου αναθεωρείται μεν, δεν καταργείται δε το πρόγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων που οι μνημονιακές κυβερνήσεις μας επέβαλλαν τα προηγούμενα χρόνια. Μέσω της δημιουργικής ασάφειας, η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να θέσει κάποιες προϋποθέσεις1 για την «προστασία του δημοσίου συμφέροντος», παρά τις ιδιωτικοποιήσεις. Έχω την αίσθηση ότι οι ιδιώτες επενδυτές δεν έχουν κανένα πρόβλημα να τηρήσουν αυτές τις δεσμεύσεις. Έχω την αίσθηση, επίσης, ότι οι ίδιοι δεν είναι καθόλου ασαφείς ως προς τις προθέσεις τους: Φθηνή γη και χώρος για επενδύσεις υψηλής και μακροχρόνιας κερδοφορίας, κάτι που τους παρέχεται.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι σε στρατηγικό και πολιτικό επίπεδο που δείχνουν ότι τόσο για το δημόσιο συμφέρον στην Ελλάδα όσο και για την Αριστερά είναι λάθος να συνεχίσει αυτή τη στρατηγική των ιδιωτικοποιήσεων. Θα σταθώ σε έναν, που όμως είναι κομβικός:

«Το κεφάλαιο επιστρέφει στη γη»2

Ο καπιταλισμός βρίσκεται ακόμα σε παγκόσμια κρίση. Προφανώς το κόστος αυτής της κρίσης πληρώνει η κοινωνία, τη στιγμή που το κεφάλαιο ψάχνει νέους χώρους επενδύσεων για τη συσσώρευση και την κερδοφορία του. Ένα μέρος του κεφαλαίου, σε αυτό το πλαίσιο, απομακρύνεται από τις παραγωγικές επενδύσεις και «επιστρέφει» στη γη προκειμένου (με πολύ χαμηλό κόστος στις περισσότερες περιπτώσεις) να επενδυθεί και να αξιοποιηθεί μέσω ενοικίων. Πρόκειται για μια σύγχρονη υφαρπαγή γης, η οποία δεν απαιτεί στρατούς ή άμεση φυσική βία3, αλλά έξυπνους και ευέλικτους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς και κυβερνήσεις που είτε είναι πολιτικά αδύναμες είτε βρίσκονται σε κρίση χρέους. Πέρα από τη γνωστή γαιοπρόσοδο έχουμε σήμερα και μια σειρά από ασφάλιστρα κινδύνου και άλλα χρηματιστηριακά εργαλεία, που κάνουν τις επενδύσεις στη γη σχετικά ασφαλείς και με υψηλή κερδοφορία σε μακροχρόνιο επίπεδο. Τα πολλά παραδείγματα τέτοιων υφαρπαγών όχι μόνο στον παγκόσμιο νότο, αλλά και στον «ανεπτυγμένο» παγκόσμιο βορρά το επιβεβαιώνουν.
Ας αναρωτηθούμε, επίσης, κατά πόσο το δημόσιο συμφέρον, η εργασία και η προστασία του περιβάλλοντος εξασφαλίζονται από αυτή τη στρατηγική. Η συγκέντρωση της γης και των (μέχρι σήμερα) δημόσιων υποδομών στα χέρια λίγων είναι αναγκαία προϋπόθεση αυτής της στρατηγικής. Πρόκειται για την προσπάθεια εγκαθίδρυσης μονοπωλίων, τα οποία καθορίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα περιφερειακά αεροδρόμια διεκδικούνται από έναν γερμανικό όμιλο ή ότι η COSCO μαζί με τον ΟΛΠ «συμπαρασύρει» και τον ΟΣΕ. Η συγκέντρωσης γης και κεφαλαίου τους επιτρέπει μακροχρόνια να διαπραγματεύονται με τους δικούς τους όρους συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τήρηση ή όχι περιβαλλοντικών νομοθεσιών ή ακόμα και φόρους προς το δημόσιο. Και πάλι μια ματιά στην κοντινή μας Ευρώπη και όχι στον μακρινό παγκόσμιο Νότο θα μας πείσει.
Τέλος, να θυμίσω, ότι οι μνημονιακές κυβερνήσεις έθεσαν τις βάσεις αλλά δεν ολοκλήρωσαν το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Σε μια περίοδο που το δημόσιο (είτε αυτό αφορά το λόγο είτε την κοινωνική ασφάλιση, το χώρο και τις παροχές) συρρικνώνεται συνεχώς έναντι των ιδιωτικοποιήσεων και της αγοράς δεν νομίζω ότι επιτρέπεται στην Αριστερά να είναι αυτή που θα ολοκληρώσει τα ήδη ημί- πεπραγμένα. Η τήρηση των δικών μας ιστορικών, στρατηγικών και πολιτικών κόκκινων γραμμών πρέπει να επανανοηματοδοτηθεί και σε αυτό το επίπεδο.

* Ο Γ. Βελεγράκης είναι υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής Οικολογίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο

Σημειώσεις: 
1. Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν ένα ελάχιστο επίπεδο επένδυσης για κάθε ιδιωτικοποίηση, την προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων, την εξασφάλιση ωφελειών για τις τοπικές κοινωνίες, τη συμμετοχή του δημοσίου και την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος .
2. Από το βιβλίου του Κ. Χατζημιχάλη (2014) «Κρίση χρέους και υφαρπαγή γης», εκδόσεις ΚΨΜ.
3.  Αν και σε πολλές περιπτώσεις συμβαίνει και αυτό.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.