Την Κυριακή τρώμε το μήλο περήφανα!

Από τον Εγκέλαδο Πολιτικών Μηχανικών

Η ιστορία δεν σου κάνει τη χάρη να σου χτυπήσει πολλές φορές την πόρτα. Όταν όμως το κάνει, πρέπει να φροντίσεις να είσαι εκεί, δίπλα, για να την ακούσεις και να πάρεις την κατάλληλη απόφαση.

Το έκανε, το 1821, όταν ο διαφωτισμός έφτασε στην Ελλάδα και οι βαλκανικοί λαοί πήραν τη μεγάλη απόφαση να εναντιωθούν στο σουλτάνο. Το έκανε, όταν οι Έλληνες συντάχθηκαν με το ΕΑΜ και το όραμα της αταξικής κοινωνίας, για να διώξουν τους ναζί από τη χώρα. Το έκανε, όταν οι φοιτητές με τον εργαζόμενο λαό κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο, για να τσακίσουν τη χούντα και το σκληρό πυρήνα της δεξιάς.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε κάθε τέτοιο σταυροδρόμι, υπήρχαν πάντα μόνο δύο μονοπάτια. Το ένα, αυτό της βεβαιότητας του παρόντος. Ήξερες ότι εκκινούσε από το παρόν και χάραζε τη γνωστή πορεία, μπορούσες να διακρίνεις τη συνέχεια και την κατάληξή του. Αυτή, ενός παρόντος και μέλλοντος δύσκολου, αυταρχικού, φτωχικού και μίζερου από τη μία, αλλά γνώριμου και για πολλούς συνηθισμένου. Ενός δρόμου, που μπορεί να μη σου άρεσε, αλλά είχες μάθει να τον υπομένεις βουβά. Το άλλο, ήταν πάντα αβέβαιο, δύσβατο και ποτέ δεν μπορούσες να διακρίνεις την πορεία του. Προσπαθούσες να φανταστείς αν έχει πολλές στροφές, αν είναι ευθεία, αν είναι χορταριασμένος και πρέπει να κοπιάσεις για να τον ξεχορταριάσεις. Φανταζόσουν, όμως, την γλυκιά κατάληξή του. Ένα όραμα για μια κοινωνία πιο δίκαιη, με λιγότερες ανισότητες και περισσότερη δημοκρατία. Μια ιδέα, που φάνταζε ικανή να απαλύνει κάθε πόνο, να σφουγγίσει κάθε σταγόνα αίματος και ιδρώτα, ένα κρασί γλυκό, ικανό να διώξει κάθε πικρία και μια μέθη, που μέσα της στροβιλίζονται και χάνονται όλα τα βάσανα και οι φοβίες.

Και πάντα, σε κάθε τέτοιο χτύπημα της πόρτας, ο ελληνικός λαός επέλεγε να την ανοίξει και να κοιτάξει κατάματα αυτό που βρισκόταν από την άλλη μεριά της. Υπήρχαν, βέβαια, και αυτοί, που κοίταζαν φοβισμένοι από το ματάκι της πόρτας και δεν μπορούσαν να πάρουν τη μεγάλη απόφαση. Φυσικά, υπήρχαν και εκείνοι που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να κρατήσουν την πόρτα ερμητικά κλειστή. Οι τσέπες τους γεμάτες, οι σχέσεις τους με τα καθεστώτα προνομιακές και η ηθική τους κλειδωμένη και ξεχασμένη σε κάποιο ντουλάπι στο υπόγειο.

Σήμερα, ο ελληνικός λαός ακούει για άλλη μία φορά αυτόν το χτύπο.

Μέσα από την πόρτα, η βεβαιότητα της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Η βεβαιότητα των μισθών πείνας και των κατηργημένων εργασιακών δικαιωμάτων. Η βεβαιότητα μιας Ευρώπης των λίγων και των πλουσίων, μιας Ευρώπης που δε σέβεται τη δημοκρατία και τη γνώμη των λαών. Η βεβαιότητα του ευρώ. Η βεβαιότητα μιας κοινωνίας όπου τα κέρδη και οι αριθμοί μπαίνουν πάνω από τους ανθρώπους, πάνω από τα βάσανα και τις στεναχώριες, πάνω από τις δυσκολίες και την ανέχεια.

Μέσα από την πόρτα, κουμάντο κάνει η Εκάλη και το Ψυχικό. Κουμάντο εδώ κάνουν αυτοί που μας κυβέρνησαν από τη μεταπολίτευση και μετά, αυτοί που έχουν ακόμα τις τσέπες τους γεμάτες και πλουτίζουν στις πλάτες σου και οι καναλάρχες. Αυτοί που σου έριξαν το μισθό και τη σύνταξη στα τάρταρα, αυτοί που διέλυσαν το πανεπιστήμιό σου και οι ίδιοι που φρόντισαν να καταστείλουν κάθε αντίδρασή σου και να σε στείλουν βόλτα στη ΓΑΔΑ, μετά από κάθε πορεία διαμαρτυρίας και κάθε συγκέντρωση. Μαζί τους, δειλοί και άβουλοι, όσοι έχουν μάθει στη ζωή τους μόνο να υπομένουν. Όσοι έχουν μάθει να τάσσονται με τον ισχυρό, επειδή ο κόσμος δεν αλλάζει. Οι συνάδελφοί σου στη δουλειά που σε ρουφιανεύουν στο αφεντικό. Οι συμφοιτητές σου που, είτε ψηφίζουνε ΔΑΠάρα, είτε δεν έχουν ενδιαφερθεί ποτέ για τίποτα πέρα από την πάρτη τους και κάνουν πως δε βλέπουν τα προβλήματα του πανεπιστημίου. Εκείνοι που δήθεν καίγονται τώρα για τη δημοκρατία και την ελευθερία, ξεχνώντας όμως ότι μπορούν να διαδηλώνουν πλέον ελεύθερα, επειδή κάποιοι πρόταξαν τα στήθη και τα κεφάλια τους στα γκλομπ και τη βαρβαρότητα των μπάτσων. Εκείνοι, που δήθεν εκπροσωπούν την Ευρωπαϊκή προοδευτικότητα, ενώ δεν έχουν αναμετρηθεί ποτέ με την ομοφοβία, το ρατσισμό και το φασισμό. Όλοι εκείνοι, που για μερικά γαμημένα ευρώ στους λογαριασμούς τους, είναι διατεθειμένοι να συνυπογράψουν την εξαθλίωση των πιο αδύναμων συνανθρώπων τους. Οι μικροαστοί νεόπλουτοι Έλληνες, δημιουργήματα του σύγχρονου υπερκαταναλωτισμού και της καλοπέρασης, οι εκφραστές της υποκουλτούρας και της δηθενιάς, που διαδηλώνουν με τις Λουί Βιτόν και τα κωλωνάτα ποτήρια στο Σύνταγμα.

Έξω από την πόρτα, από την άλλη μεριά, εκείνη που δεν τη βλέπεις, αλλά μπορείς να τη φανταστείς, κρύβεται η αβεβαιότητα. Και αυτό είναι σωστό. Πράγματι κανείς δεν μπορεί με σιγουριά να περιγράψει τι βρίσκεται στην απέναντι πλευρά. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν την επόμενη θα έχουμε ευρώ, τάλαρα ή φράγκα. Μπορούμε όλοι, όμως, να περιγράψουμε με σιγουριά, ότι πρόκειται για ένα δρόμο με ένα μοναδικό οδηγό: Το πάθος για την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, την εργασία, τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη. Το πάθος για ένα μέλλον διάφορο του μίζερου παρόντος. Το μίσος, απέναντι σε όλους εκείνους που μας διέλυσαν τις ζωές και το μέλλον μας. Την ελπίδα και τη βεβαιότητα ότι το τέλος της ιστορίας δεν έχει γραφτεί ακόμα.

Είμαστε όλοι εκείνοι που τρεφόμαστε από τα οράματά μας. Ναι, εκείνα που σιγόσβηναν από την αρχή και δεν κατάφεραν να μας καταστείλουν. Πλέον, έχουν γίνει πύρηνα τείχη που υψώνονται τεράστια απέναντι στους Έλληνες και Ευρωπαίους ολιγάρχες. Είμαστε εκείνοι που δε φοβόμαστε τις άδειες μας τσέπες. Είμαστε εκείνοι και εκείνες που σιχαθήκαμε την ανεργία και τη μιζέρια. Είμαστε εκείνοι και εκείνες που σταθήκαμε αλληλέγγυοι στον διπλανό μας, αγωνιστήκαμε για τα εργασιακά δικαιώματα, για το δικαίωμα στη διαφορετικότητα και στην περήφανη έκφραση της σεξουαλικότητας, όποια κι αν είναι αυτή. Είμαστε όλοι αυτοί, που ματώσαμε για τα πανεπιστήμιά μας, τα νοσοκομεία μας και τα σχολεία μας.

Είμαστε η μουσική από κάθε τραγούδι του Μίκη, του Ξυλούρη και της Μαρίας Δημητριάδη.Είμαστε οι στίχοι από κάθε ποιητή. Τα πρόσωπα που δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο. Οι καρδιές που δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο. Εκείνοι που θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι. Εκείνοι που δεν έχουμε πλέον καμία ανάγκη τους βαρβάρους και θα τους αποτινάξουμε.

Είμαστε το περήφανο παρελθόν, το ματωμένο παρόν και το ελπιδοφόρο μέλλον.

Ο Αδάμ, απένατι στη θεϊκή παντοκρατορία και νομοτέλεια επέλεξε να φάει το μήλο και να πάρει τον δύσκολο δρόμο. Πήρε το δύσβατο μονοπάτι της ελευθερίας και επέλεξε να διαμορφώσει μόνος του το μέλλον του.

Την Κυριακή τρώμε το μήλο περήφανα! Ψηφίζουμε ΌΧΙ!!!

ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.