Μύθοι και αλήθειες για το νέο ασφαλιστικό

της Μ.Τσίχλη από το iskra.gr

Το προσχέδιο Κατρούγκαλου για τη «μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού» έχει διαμορφώσει συνθήκες σύγκρουσης της κυβέρνησης με πλατιά στρώματα της κοινωνίας, με τους αγρότες και τους ελεύθερους επαγγελματίες να βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή των κινητοποιήσεων. Ειδικά για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους οιονεί μισθωτούς (εργαζομένους με άτυπες σχέσεις εργασίας, μπλοκάκια κ.λπ.) το νέο ασφαλιστικό διαμορφώνει συνθήκες βίαιης συμπίεσης, μισθωτοποίησης και συγκέντρωσης του αντικειμένου τους σε λίγες μεγάλες εταιρίεες και γραφεία, αφού διαμορφώνει μια πραγματικότητα όπου το 60% και πλέον των εσόδων τους θα πηγαίνει κατευθείαν σε εισφορές και φόρους και από εκεί στη μαύρη τρύπα του χρέους.

Εάν συ­νυ­πο­λο­γι­στεί και το επερ­χό­με­νο νέο φο­ρο­λο­γι­κό, οι επι­πτώ­σεις θα είναι ακόμη με­γα­λύ­τε­ρες. Οι πε­ρι­βό­η­τες βελ­τιω­τι­κές προ­τά­σεις δεν αλ­λά­ζουν κα­θό­λου την ουσία του προ­σχε­δί­ου, αφού πρό­κει­ται για εκ­πτώ­σεις που θα χο­ρη­γη­θούν μόνο για μία τριε­τία και κλι­μα­κω­τά, δια­μορ­φώ­νο­ντας από μι­κρές έως ασή­μα­ντες ελα­φρύν­σεις για κά­ποια τμή­μα­τα των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών και των οιο­νεί μι­σθω­τών, με την επι­δί­ω­ξη να συ­γκα­λυ­φθεί η συ­νο­λι­κή διά­λυ­ση των δι­καιω­μά­των των ασφα­λι­σμέ­νων, αλλά και του ασφα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος.

Δι­πλός στό­χος: πε­ρι­κο­πές κρα­τι­κών δα­πα­νών

και συ­νο­λι­κό­τε­ρη μεί­ω­ση του ερ­γα­τι­κού κό­στους

Παρά τις συ­νε­χείς δη­λώ­σεις Κα­τρού­γκα­λου – Τσί­πρα περί δήθεν τα­ξι­κής μο­νο­μέ­ρειας, ανα­δια­νο­μής υπέρ των ασθε­νέ­στε­ρων στρω­μά­των κ.ο.κ., το προ­σχέ­διο Κα­τρού­γκα­λου έχει δύο στό­χους. Ο πρώ­τος είναι η μνη­μο­νια­κή δέ­σμευ­ση για τη μεί­ω­ση της ασφα­λι­στι­κής κρα­τι­κής δα­πά­νης κατά 1,8 δισ., που απο­τε­λεί συμ­φω­νη­μέ­νη «υπο­χρέ­ω­ση της χώρας» από το τρίτο μνη­μό­νιο. Έτσι, οι αυ­ξή­σεις των ει­σφο­ρών, αλλά και οι πε­ρι­κο­πές των πα­ρο­χών (οι συ­ντά­ξεις όσων βγουν στη σύ­ντα­ξη από 1-1-2016 με την αλ­λα­γή του τρό­που υπο­λο­γι­σμού, τον υπο­λο­γι­σμό επί του συ­νό­λου του ερ­γά­σι­μου βίου και τη μεί­ω­ση στα πο­σο­στά ανα­πλή­ρω­σης θα υπο­στούν τε­ρά­στιες μειώ­σεις) θα ση­μά­νουν την απευ­θεί­ας με­τα­φο­ρά πόρων από τους ασφα­λι­σμέ­νους, δη­λα­δή τις ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις στην Ελ­λά­δα, στους δα­νει­στές για την απο­πλη­ρω­μή του μη βιώ­σι­μου χρέ­ους.

Ο δεύ­τε­ρος στό­χος, που έχει πιο στρα­τη­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα και απο­τε­λεί την ουσία της πραγ­μα­τι­κής τα­ξι­κής μο­νο­μέ­ρειας του προ­σχε­δί­ου (από την αντί­στρο­φη όμως πλευ­ρά από αυτή που ισχυ­ρί­ζο­νται Κα­τρού­γκα­λος και πρω­θυ­πουρ­γός), είναι η με­γά­λη μεί­ω­ση του πο­σο­στού των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών και αυ­το­α­πα­σχο­λού­με­νων στην Ελ­λά­δα και η σύ­γκλι­ση του πο­σο­στού αυ­το­α­πα­σχό­λη­σης με το ΜΟ των κρα­τών-με­λών της Ε.Ε., η οποία απο­τε­λεί δια­κη­ρυγ­μέ­νο στόχο των δα­νει­στών, στο πλαί­σιο της ευ­ρύ­τε­ρης ανα­διάρ­θρω­σης που επι­χει­ρεί­ται την πε­ρί­ο­δο των μνη­μο­νί­ων.

Όπως φαί­νε­ται στον πα­ρα­πά­νω πί­να­κα, το πο­σο­στό των αυ­το­α­πα­σχο­λού­με­νων στην Ελ­λά­δα επί του συ­νό­λου του ερ­γα­τι­κού δυ­να­μι­κού είναι ση­μα­ντι­κά υψη­λό­τε­ρο από το μέσο όρο των κρα­τών-με­λών της ΕΕ (χωρίς τις χώρες του πρώην Ανα­το­λι­κού μπλοκ), ακόμα και μετά την κρίση και την εί­σο­δο στο μη­χα­νι­σμό στή­ρι­ξης.

Ει­δι­κό­τε­ρα, ο μέσος όρος των κρα­τών-με­λών της ΕΕ κυ­μαί­νε­ται από το 1995 έως το 2014 σε πο­σο­στά της τάξης του 12-13%, ενώ στην Ελ­λά­δα, αν και πα­ρου­σιά­ζει κάμψη, ιδιαί­τε­ρα από το 2009 και μετά, ακόμα και σή­με­ρα πα­ρα­μέ­νει στο 23%.

Η μεί­ω­ση του πο­σο­στού των αυ­το­α­πα­σχο­λού­με­νων, μέσα από την οι­κο­νο­μι­κή συ­μπί­ε­ση, τη βίαιη μι­σθω­το­ποί­η­ση με­γά­λου τμή­μα­τός τους και την εξώ­θη­ση άλλων στην ανερ­γία και τη με­τα­νά­στευ­ση, είναι μια κα­τεύ­θυν­ση που προ­ω­θή­θη­κε και από προη­γού­με­να μνη­μο­νια­κά μέτρα, αλλά το νέο ασφα­λι­στι­κό δια­μορ­φώ­νει όρους ποιο­τι­κής τομής.

Αυτή η κα­τεύ­θυν­ση όχι μόνο θα δια­μορ­φώ­σει συν­θή­κες συσ­σώ­ρευ­σης και συ­γκε­ντρο­ποί­η­σης σε με­γά­λες εται­ρεί­ες και γρα­φεία, αλλά με­σο­πρό­θε­σμα θα δια­μορ­φώ­σει όρους συ­νο­λι­κό­τε­ρης πί­ε­σης του κό­στους ερ­γα­σί­ας προς τα κάτω. Και αυτό γιατί θα αυ­ξή­σει ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο την ανερ­γία, αλλά και γιατί οι αυ­το­α­πα­σχο­λού­με­νοι, ιδιαί­τε­ρα οι νέοι ελεύ­θε­ροι επαγ­γελ­μα­τί­ες-επι­στή­μο­νες, απο­τε­λούν ένα υψηλά κα­ταρ­τι­σμέ­νο και ει­δι­κευ­μέ­νο ερ­γα­τι­κό δυ­να­μι­κό, που θα προ­ο­ρί­ζε­ται να κα­τα­λαμ­βά­νει θέ­σεις εξει­δι­κευ­μέ­νης μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας με μι­κρό­τε­ρο κό­στος – χα­μη­λό­τε­ρους μι­σθούς – λι­γό­τε­ρα δι­καιώ­μα­τα. Αυτός είναι ένας ακόμα λόγος για τον οποίο ο αγώ­νας των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών ενά­ντια στο ασφα­λι­στι­κό πρέ­πει να γίνει αγώ­νας όλης της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας. Ιδιαί­τε­ρη ση­μα­σία έχει η θέση των οιο­νεί μι­σθω­τών, τυ­πι­κά αυ­τα­πα­σχο­λού­με­νων, που αμεί­βο­νται με ΔΠΥ και στα­δια­κά διευ­ρύ­νο­νται σε κλά­δους όπως οι μη­χα­νι­κοί και οι δι­κη­γό­ροι. Και αυτό διότι οι συ­γκε­κρι­μέ­νες κα­τη­γο­ρί­ες συ­γκε­ντρώ­νουν τα αρ­νη­τι­κά και των δύο κα­τη­γο­ριών, τόσο των μι­σθω­τών όσο και των ελευ­θέ­ρων επαγ­γελ­μα­τιών: Σε σχέση με τους μι­σθω­τούς έχουν μειω­μέ­να δι­καιώ­μα­τα, ενώ σε σχέση με τους πραγ­μα­τι­κούς ελεύ­θε­ρους επαγ­γελ­μα­τί­ες υπά­γο­νται στην εξου­σία του ερ­γο­δό­τη και στη συ­νε­χή επι­τή­ρη­ση της ερ­γα­σί­ας τους  (ένα από τα λίγα πλε­ο­νε­κτή­μα­τα της αυ­το­α­πα­σχό­λη­σης στους επι­στη­μο­νι­κούς κλά­δους είναι ότι σε ένα βαθμό οι ημε­ρή­σιοι ρυθ­μοί ερ­γα­σί­ας μπο­ρούν να κα­θο­ρι­σθούν από τον αυ­το­α­πα­σχο­λού­με­νο).

Ο μύθος των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών-κα­κο­πλη­ρω­τών

των ασφα­λι­στι­κών τα­μεί­ων

Ένα από τα επι­χει­ρή­μα­τα που ανα­πα­ρά­γει το υπουρ­γείο για να ενερ­γο­ποι­ή­σει τον «κοι­νω­νι­κό αυ­το­μα­τι­σμό» είναι ότι οι ελεύ­θε­ροι επαγ­γελ­μα­τί­ες επι­βά­ρυ­ναν τα τα­μεία τους και το ασφα­λι­στι­κό σύ­στη­μα, γιατί έπαιρ­ναν με­γά­λες συ­ντά­ξεις, δυ­σα­νά­λο­γες με τις -χα­μη­λές- ει­σφο­ρές που κα­τέ­βα­λαν. Το επι­χεί­ρη­μα αυτό δεν είναι κα­θό­λου νέο και απο­τε­λεί τον κε­ντρι­κό πυ­ρή­να της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης επι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­ας που υπο­στή­ρι­ζε εδώ και χρό­νια την αλ­λα­γή του χα­ρα­κτή­ρα του ασφα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος από ανα­δια­νε­μη­τι­κό σε κε­φα­λαιο­ποι­η­τι­κό.

Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα όμως, αν λη­φθούν υπόψη τα ποσά που έχει κα­τα­βά­λει ή θα κα­τα­βά­λει ένας ασφα­λι­σμέ­νος ελεύ­θε­ρος επαγ­γελ­μα­τί­ας ή οιο­νεί μι­σθω­τός (πριν την 1-1-1993), με 40 έτη ασφά­λι­σης, η πα­ρού­σα αξία των ει­σφο­ρών του θα είναι ίση ή και με­γα­λύ­τε­ρη από την πα­ρού­σα αξία της σύ­ντα­ξης που θα λάβει με βάση το ση­με­ρι­νό προσ­δό­κι­μο ζωής. Αυτό προ­κύ­πτει με κάθε δια­φο­ρε­τι­κή μέ­θο­δο υπο­λο­γι­σμού, είτε με τον απλό πλη­θω­ρι­σμό των ει­σφο­ρών που είχε κα­τα­βάλ­λει κατ’ έτος είτε με τον υπο­λο­γι­σμό της πα­ρού­σας αξίας βάσει των επι­το­κί­ων των ομο­λό­γων του Δη­μο­σί­ου το εκά­στο­τε έτος κα­τα­βο­λής των ει­σφο­ρών είτε με τον υπο­λο­γι­σμό βάσει των επι­το­κί­ων κα­τα­θέ­σε­ων που έδι­ναν οι εμπο­ρι­κές τρά­πε­ζες κατ’ έτος κα­τα­βο­λής των ει­σφο­ρών. Έτσι, σύμ­φω­να με αυ­τούς τους υπο­λο­γι­σμούς, η πα­ρού­σα αξία των ει­σφο­ρών, μετά την αφαί­ρε­ση ενός τμή­μα­τος της τάξης του 20% που αφορά στις δα­πά­νες υγεί­ας, είναι ίση ή και με­γα­λύ­τε­ρη από αυτή που αντι­στοι­χεί στις απο­δι­δό­με­νες σή­με­ρα συ­ντά­ξεις. Αν δε υπο­λο­γι­στεί η σχέση ει­σφο­ρών – συ­ντά­ξε­ων σε σχέση με διά­φο­ρα ιδιω­τι­κά συ­ντα­ξιο­δο­τι­κά προ­γράμ­μα­τα, τότε η δια­φο­ρά διευ­ρύ­νε­ται ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο.

Αυτή η δια­φο­ρά διευ­ρύ­νε­ται -σε βάρος των ασφα­λι­σμέ­νων- για όσους έχουν ασφα­λι­στεί μετά την 1-1-1993, αφού κα­τα­βάλ­λουν υψη­λό­τε­ρες ει­σφο­ρές, αλλά και με την σή­με­ρα ισχύ­ου­σα υπο­χρε­ω­τι­κή αλ­λα­γή ασφα­λι­στι­κής κα­τη­γο­ρί­ας, που αυ­ξά­νει ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο τα ποσά των ει­σφο­ρών. Ακόμα, διευ­ρύ­νε­ται από τις δια­δο­χι­κές μειώ­σεις στις συ­ντά­ξεις που επέ­φε­ραν τα μνη­μο­νια­κά μέτρα. Όπως βλέ­που­με, με τα ση­με­ρι­νά δε­δο­μέ­να η «αντα­πο­δο­τι­κό­τη­τα» των ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών, που ποτέ δεν πρέ­πει να ξε­χνά­με ότι πρό­κει­ται για ει­σό­δη­μα του ερ­γα­ζό­με­νου, είτε κα­τα­βάλ­λε­ται από τον ίδιο είτε από την ερ­γο­δο­σία, είναι ακόμα και σή­με­ρα χα­μη­λό­τε­ρη από τη σύ­ντα­ξη την οποία πρό­κει­ται να λάβει. Αυτό χωρίς να υπο­λο­γι­στούν οι τε­ρά­στιες αυ­ξή­σεις των ει­σφο­ρών, που προ­βλέ­πει το σχέ­διο Κα­τρού­γκα­λου, και οι τε­ρά­στιες πε­ρι­κο­πές των συ­ντά­ξε­ων. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μετά από αυτό το σχέ­διο παύει κάθε συ­σχέ­τι­ση με­τα­ξύ αμοι­βής, ασφά­λι­σης και σύ­ντα­ξης και πρό­κει­ται απλά για αύ­ξη­ση της φο­ρο­λο­γι­κής επι­βά­ρυν­σης των αυ­τα­πο­σχο­λου­μέ­νων.

Ο στό­χος, πέρα από την εύ­ρε­ση επι­πλέ­ον πόρων για την κά­λυ­ψη του δη­μό­σιου χρέ­ους, είναι  και να κα­λυ­φθούν οι «τρύ­πες» του ασφα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος που η ίδια η πο­λι­τι­κή του κε­φα­λαί­ου δη­μιούρ­γη­σε, με την ει­σφο­ρο­δια­φυ­γή, την ει­σφο­ρο­α­πο­φυ­γή, την αξιο­ποί­η­ση των ει­σφο­ρών με αρ­νη­τι­κά επι­τό­κια και το κού­ρε­μα των απο­θε­μα­τι­κών με τα PSI. Εξάλ­λου, απο­τε­λεί πρό­κλη­ση να φορ­τώ­νε­ται το κό­στος της τρέ­χου­σας κα­τά­στα­σης των τα­μεί­ων στους ασφα­λι­σμέ­νους, όταν η… «πρώτη φορά Αρι­στε­ρά» όχι μόνο δεν απο­κα­τέ­στη­σε σε κα­νέ­να βαθμό τη λη­στεία των απο­θε­μα­τι­κών των Τα­μεί­ων στο βωμό της ανα­διάρ­θρω­σης και απο­πλη­ρω­μής του χρέ­ους, αλλά προ­χώ­ρη­σε και σε μία ακόμα λη­στεία με την πρό­σφα­τη ανα­κε­φα­λαί­ω­ση των τρα­πε­ζών.

Αυτή η πο­λι­τι­κή καμία σχέση δεν έχει με την αλ­λη­λεγ­γύη των γε­νε­ών, η οποία απο­τε­λού­σε το θε­μέ­λιο λίθο του ασφα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος όσο αυτό δια­τη­ρού­σε τον ανα­δια­νε­μη­τι­κό του χα­ρα­κτή­ρα.

Ασφα­λι­στι­κές ει­σφο­ρές ως πο­σο­στό του ει­σο­δή­μα­τος:

από κοι­νω­νι­κό δι­καί­ω­μα, έμ­με­ση φο­ρο­λο­γία

Το προ­σχέ­διο Κα­τρού­γκα­λου ει­σά­γει για πρώτη φορά για τους ελεύ­θε­ρους επαγ­γελ­μα­τί­ες τη σύν­δε­ση ει­σο­δή­μα­τος – ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών, υπο­λο­γί­ζο­ντας τις τε­λευ­ταί­ες ως πο­σο­στό επί του συ­νο­λι­κού ει­σο­δή­μα­τος και μά­λι­στα με ενιαία κλί­μα­κα, ανε­ξαρ­τή­τως του ύψους του ει­σο­δή­μα­τος και, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, με πλήρη απο­σύν­δε­ση της σχέ­σης συ­νο­λι­κών ει­σφο­ρών – πα­ρο­χών. Μά­λι­στα, αυτή η λο­γι­κή αντι­με­τω­πί­ζε­ται ως η πεμ­πτου­σία της ανα­δια­νο­μής, αφού τα με­γα­λύ­τε­ρα ει­σο­δή­μα­τα θα κα­τα­βάλ­λουν με­γα­λύ­τε­ρες ει­σφο­ρές. Πέρα από το γε­γο­νός ότι η ελά­φρυν­ση των χα­μη­λό­τε­ρων στρω­μά­των με το προ­σχέ­διο απο­τε­λεί κα­θα­ρό μύ­θευ­μα, απο­κρύ­πτε­ται ότι η ανα­δια­νε­μη­τι­κή λει­τουρ­γία του ασφα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος δεν έχει την έν­νοια της ανα­δια­νο­μής ει­σο­δή­μα­τος με­τα­ξύ των ερ­γα­ζό­με­νων ασφα­λι­σμέ­νων, αλλά αυτή της αλ­λη­λεγ­γύ­ης των γε­νε­ών. Δη­λα­δή οι ση­με­ρι­νοί ερ­γα­ζό­με­νοι συ­νει­σφέ­ρουν με τις ει­σφο­ρές τους στην κα­τα­βο­λή των συ­ντά­ξε­ων των ση­με­ρι­νών συ­ντα­ξιού­χων, με την εγ­γύ­η­ση ότι η επό­με­νη γενιά ερ­γα­ζο­μέ­νων θα συ­νει­σφέ­ρει στην κα­τα­βο­λή των δικών τους συ­ντά­ξε­ων και μά­λι­στα με μια σχε­τι­κή ισό­τη­τα με­τα­ξύ των ει­σο­δη­μά­των κατά τον ερ­γα­σια­κό βίο και της σύ­ντα­ξης. Η δυ­να­τό­τη­τα αυτή προ­κύ­πτει από τη διεύ­ρυν­ση του αριθ­μού των ερ­γα­ζο­μέ­νων με την αύ­ξη­ση του πλη­θυ­σμού, από την εισ­ροή νέων κα­τη­γο­ριών ασφα­λι­σμέ­νων (με­τα­πο­λε­μι­κά αυτό αφο­ρού­σε σε με­γά­λο βαθμό τη με­γά­λη διεύ­ρυν­ση της απα­σχό­λη­σης των γυ­ναι­κών), κυ­ρί­ως όμως από την άνοδο της πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τας της ερ­γα­σί­ας. Η άνο­δος της πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τας της ερ­γα­σί­ας είναι αυτή που δίνει τη δυ­να­τό­τη­τα στην ύπαρ­ξη του ανα­δια­νε­μη­τι­κού συ­στή­μα­τος ακόμα και στις πε­ρι­πτώ­σεις που δεν διευ­ρύ­νε­ται ο αριθ­μός των ερ­γα­ζο­μέ­νων ένα­ντι του αριθ­μού των συ­ντα­ξιού­χων. Με αυτό τον τρόπο οι ει­σφο­ρές των ασφα­λι­σμέ­νων έχουν με­γα­λύ­τε­ρη αξία στο μέλ­λον από τη στιγ­μή την οποία κα­τα­βλή­θη­καν.

Η ύπαρ­ξη του ανα­δια­νε­μη­τι­κού συ­στή­μα­τος δεν ση­μαί­νει απο­σύν­δε­ση του ύψους των ει­σφο­ρών από το ύψος των συ­ντά­ξε­ων, όπως πράτ­τει η κυ­βέρ­νη­ση ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ – ΑΝΕΛ, αλλά το αντί­θε­το. Οι ασφα­λι­στι­κές ει­σφο­ρές, με όποια μορφή και αν κα­τα­βάλ­λο­νται (απευ­θεί­ας από το κρά­τος όπως για τους δη­μο­σί­ους υπαλ­λή­λους, κατά ένα μέρος από τους ερ­γο­δό­τες και κατά ένα μέρος από τους ερ­γα­ζό­με­νους όπως για τους μι­σθω­τούς του ιδιω­τι­κού τομέα, απευ­θεί­ας από τους αυ­το­α­πα­σχο­λού­με­νους ή τους οιο­νεί μι­σθω­τούς), απο­τε­λούν ει­σό­δη­μα των ερ­γα­ζο­μέ­νων. Το ει­σό­δη­μα αυτό ο ερ­γα­ζό­με­νος το προ­κα­τα­βάλ­λει στο κρά­τος, που δια­θέ­τει το μη­χα­νι­σμό να το απο­δώ­σει πίσω στον ερ­γα­ζό­με­νο στο μέλ­λον. Πρό­κει­ται για ει­σό­δη­μα για το οποίο ο ερ­γα­ζό­με­νος έχει φο­ρο­λο­γη­θεί (και θα ξα­να­φο­ρο­λο­γη­θεί στο μέλ­λον, εφό­σον οι συ­ντά­ξεις φο­ρο­λο­γού­νται) και δεν μπο­ρεί να μπαί­νει στο τρα­πέ­ζι δήθεν για τη χρη­μα­το­δό­τη­ση των ελ­λειμ­μά­των του ασφα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος.

Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, η λο­γι­κή του προ­σχε­δί­ου με­τα­τρέ­πει τις ασφα­λι­στι­κές ει­σφο­ρές σε επι­πλέ­ον φο­ρο­λο­γία. Έτσι, αντί οι ει­σφο­ρές να απο­τε­λούν μέρος της χρη­μα­το­δό­τη­σης των κα­τα­βαλ­λό­με­νων σή­με­ρα συ­ντά­ξε­ων και να συν­δέ­ο­νται με μία εγ­γυ­η­μέ­νη (από τις ει­σφο­ρές της επό­με­νης γε­νιάς ασφα­λι­σμέ­νων και πρω­τί­στως από το κρά­τος) πα­ρο­χή αντί­στοι­χη με το ει­σό­δη­μα κατά τα έτη ερ­γα­σί­ας, κα­τα­λή­γουν να χρη­μα­το­δο­τούν την από­συρ­ση του κρά­τους από το ασφα­λι­στι­κό σύ­στη­μα και την εξοι­κο­νό­μη­ση πόρων για την απο­πλη­ρω­μή του χρέ­ους.

Την ίδια στιγ­μή, οι συ­ντά­ξεις που θε­ω­ρη­τι­κά θα χρη­μα­το­δο­τού­νται από τις υπέ­ρο­γκα αυ­ξα­νό­με­νες ει­σφο­ρές όχι μόνο δεν αυ­ξά­νο­νται, αλλά αντί­θε­τα συ­νε­χί­ζουν να μειώ­νο­νται σε δρα­μα­τι­κό βαθμό. Και όλα αυτά, χωρίς ταυ­τό­χρο­να να υπάρ­χει καμία εγ­γύ­η­ση για τη μα­κρο­πρό­θε­σμη βιω­σι­μό­τη­τα του ασφα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος και με το κρά­τος να εγ­γυά­ται μόνο μία σύ­ντα­ξη – επί­δο­μα, ύψους 384 ευρώ στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, δη­λα­δή μετά από 40 χρό­νια ασφά­λι­σης. Έτσι, καμία ανα­δια­νο­μή δεν υφί­στα­ται, οι ει­σφο­ρές παύ­ουν να απο­τε­λούν μέρος του συ­νο­λι­κό­τε­ρου ει­σο­δή­μα­τος του ασφα­λι­σμέ­νου και κα­τα­λή­γουν να χρη­μα­το­δο­τούν έμ­με­σα τη συ­νο­λι­κό­τε­ρη κρα­τι­κή δα­πά­νη. Εάν η κυ­βέρ­νη­ση ήθελε να προ­ω­θή­σει μία λο­γι­κή ανα­δια­νο­μής του ει­σο­δή­μα­τος, όπως ισχυ­ρί­ζε­ται ψευ­δώς ότι κάνει μέσω του ασφα­λι­στι­κού προ­σχε­δί­ου, θα μπο­ρού­σε να το κάνει αυ­ξά­νο­ντας τη φο­ρο­λο­γία των υψη­λό­τε­ρων ει­σο­δη­μά­των, αλλά και τη φο­ρο­λο­γία των νο­μι­κών προ­σώ­πων που τα τε­λευ­ταία χρό­νια μειώ­νο­νται. Όμως, κάτι τέ­τοιο συ­γκρού­ε­ται με τις δια­κη­ρυγ­μέ­νες κα­τευ­θύν­σεις των δα­νει­στών και με τα τα­ξι­κά συμ­φέ­ρο­ντα που τε­λι­κά εξυ­πη­ρε­τεί η κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή, που σί­γου­ρα δεν είναι αυτά των φτω­χό­τε­ρων στρω­μά­των.

Κα­νέ­να ασφα­λι­στι­κό σύ­στη­μα, δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει χωρίς ου­σια­στι­κή αλ­λη­λεγ­γύη των γε­νε­ών, αλλά και ένα βαθμό ου­σιώ­δους αντα­πό­δο­σης δια­μέ­σου της σύ­ντα­ξης σε κάθε ερ­γα­ζό­με­νο των ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών που έχει κα­τα­βά­λει. Για τους μεν μι­σθω­τούς αυτό ση­μαί­νει ότι η σύ­ντα­ξη θα κα­λύ­πτει ένα ση­μα­ντι­κό πο­σο­στό ανα­πλή­ρω­σης του μέσου μι­σθού των τε­λευ­ταί­ων ετών απα­σχό­λη­σης. Για τους ελεύ­θε­ρους επαγ­γελ­μα­τί­ες, ότι οι συ­ντά­ξεις θα σχε­τί­ζο­νται με τις ασφα­λι­στι­κές ει­σφο­ρές και κλά­σεις που θα επι­λέ­γουν, και σε κάθε πε­ρί­πτω­ση, η σύ­ντα­ξη δεν μπο­ρεί να είναι ρι­ζι­κά μι­κρό­τε­ρη από αυτή που προ­κύ­πτει από την πα­ρού­σα αξία των ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών που έχουν κα­τα­βά­λει, προ­σαρ­μο­σμέ­νη με το πο­σο­στό ανα­πλή­ρω­σης αντί­στοι­χο με των μι­σθω­τών.

Σε δια­φο­ρε­τι­κή πε­ρί­πτω­ση, στα­δια­κά θα ενι­σχυ­θεί η φο­ρο­δια­φυ­γή, που θα γίνει κα­τα­να­γκα­στι­κή για όσους μπο­ρούν, στο βαθμό που με το προ­τει­νό­με­νο νο­μο­σχέ­διο αθροι­στι­κά ασφα­λι­στι­κές ει­σφο­ρές και φο­ρο­λο­γία υπερ­βαί­νουν το 60% του ει­σο­δή­μα­τος, αλλά και η προ­σφυ­γή στην ιδιω­τι­κή ασφά­λι­ση, για τα μι­κρο­με­σαία, με­σαία και σχε­τι­κά υψη­λό­τε­ρα ει­σο­δή­μα­τα.

Για όσους δεν μπο­ρούν να φο­ρο­δια­φύ­γουν, δη­λα­δή για τους οιο­νεί μι­σθω­τούς που απα­σχο­λού­νται σε εται­ρεί­ες, το απο­τέ­λε­σμα θα είναι ο άμε­σος πε­ριο­ρι­σμός των ει­σο­δη­μά­των τους από 20-30%.

Τα «ρε­τι­ρέ»

Σε μια προ­σπά­θεια να δια­μορ­φω­θούν συν­θή­κες «κοι­νω­νι­κού αυ­το­μα­τι­σμού», οι κι­νη­το­ποι­ή­σεις των επι­στη­μο­νι­κών κλά­δων χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται από το κυ­βερ­νη­τι­κό επι­τε­λείο «κί­νη­μα της γρα­βά­τας», ή «αντι­δρά­σεις των προ­νο­μιού­χων» που αρ­νού­νται να συμ­βά­λουν στα συ­νο­λι­κά βάρη όπως τους ανα­λο­γεί. Η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα όμως είναι πολύ δια­φο­ρε­τι­κή και απο­δει­κνύ­ε­ται από τις ίδιες τις δια­δη­λώ­σεις, εκτός αν κα­νείς πι­στεύ­ει ότι οι δε­κά­δες χι­λιά­δες που δια­δή­λω­σαν στις πα­νε­πι­στη­μο­νι­κές πο­ρεί­ες μόνο της Αθή­νας είναι με­γα­λο­δι­κη­γό­ροι, με­γα­λο­ερ­γο­λά­βοι ή ιδιο­κτή­τες/μέ­το­χοι κα­τα­σκευα­στι­κών εται­ρειών.

Ήδη στους κλά­δους των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών έχουν επι­βλη­θεί σειρά μνη­μο­νια­κών μέ­τρων που έχουν φέρει απο­τε­λέ­σμα­τα με­γά­λης συ­μπί­ε­σης (κα­τάρ­γη­ση αφο­ρο­λό­γη­του, φο­ρο­λο­γι­κή κλί­μα­κα 26% από το πρώτο ευρώ, τέλος επι­τη­δεύ­μα­τος, υπο­χρε­ω­τι­κή με­τά­βα­ση σε υψη­λό­τε­ρη ασφα­λι­στι­κή κα­τη­γο­ρία, άνοιγ­μα επαγ­γελ­μά­των, ει­δι­κά στους δι­κη­γό­ρους κα­τάρ­γη­ση των ελά­χι­στων αμοι­βών και επι­βο­λή ΦΠΑ). Ιδιαί­τε­ρα όσον αφορά στους νέους, όπως προ­α­να­φέρ­θη­κε, ο κα­νό­νας είναι οι σχέ­σεις άτυ­πης μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας (μπλο­κά­κι κ.λπ.) που συ­νε­πά­γο­νται πολύ χα­μη­λές αμοι­βές και ανυ­παρ­ξία οποιου­δή­πο­τε κα­θε­στώ­τος νο­μι­κής προ­στα­σί­ας, με απο­τέ­λε­σμα τη μό­νι­μη κα­τα­στρα­τή­γη­ση δι­καιω­μά­των που κα­το­χυ­ρώ­νο­νται από την ερ­γα­τι­κή νο­μο­θε­σία για τους μι­σθω­τούς. Έτσι, ένας νέος μη­χα­νι­κός, δι­κη­γό­ρος κ.λπ. δου­λεύ­ει χωρίς ωρά­ριο, χωρίς πλη­ρω­μή υπε­ρω­ριών, χωρίς 13ο – 14ο μισθό, χωρίς τή­ρη­ση των νό­μι­μων αδειών και χωρίς καμία συ­νει­σφο­ρά του ερ­γο­δό­τη στην κα­τα­βο­λή των ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών του.

Η επέ­κτα­ση της άτυ­πης μι­σθω­τής απα­σχό­λη­σης με το ΔΠΥ επι­βλή­θη­κε από την ερ­γο­δο­σία, ως ένας τρό­πος απο­φυ­γής των υψη­λών ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών (οι ει­σφο­ρές των μι­σθω­τών στην Ελ­λά­δα είναι από τις υψη­λές στην Ε.Ε.), της απο­φυ­γής δέ­σμευ­σης από συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις, σε όποιους κλά­δους και για την πε­ρί­ο­δο που υπήρ­χαν (π.χ. για τους μη­χα­νι­κούς τις διά­φο­ρες συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις που σύ­να­πταν σω­μα­τεία ή και επι­στη­μο­νι­κοί σύλ­λο­γοι με ενώ­σεις ερ­γο­δο­τών στον τομέα των με­λε­τών, των κα­τα­σκευών και της βιο­μη­χα­νί­ας). Είναι επί­σης αλή­θεια ότι αυτή η επι­βο­λή σε ορι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις δια­μόρ­φω­νε ένα πρό­σκαι­ρο οι­κο­νο­μι­κό όφε­λος και για τους απα­σχο­λού­με­νους με ΔΠΥ, ιδιαί­τε­ρα στο χώρο των μη­χα­νι­κών. Η φο­ρο­λό­γη­ση με συ­ντε­λε­στές και όχι με βάση έσοδα – έξοδα, αλλά και οι χα­μη­λό­τε­ρες ασφα­λι­στι­κές ει­σφο­ρές επί του συ­νο­λι­κού κό­στους της ερ­γα­σί­ας ωφε­λού­σαν κυ­ρί­ως τους ερ­γο­δό­τες, ωστό­σο κατά ένα μέρος αύ­ξα­ναν το κα­θα­ρό ει­σό­δη­μα των μέσων και των υψη­λών ει­σο­δη­μά­των.

Ωστό­σο, όλες αυτές οι συν­θή­κες έχουν αρθεί με τις μνη­μο­νια­κές πο­λι­τι­κές. Οι συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις σε πολ­λούς κλά­δους έχουν κα­ταρ­γη­θεί, οι ελευ­θε­ρο­ε­παγ­γελ­μα­τί­ες φο­ρο­λο­γού­νται από το πρώτο ευρώ, οι αμοι­βές των οιο­νεί μι­σθω­τών έχουν μειω­θεί δυ­σα­νά­λο­γα σε σχέση με των μι­σθω­τών, όπου η δυ­να­τό­τη­τα του μι­σθω­τού να μην απο­δε­χθεί μεί­ω­ση μι­σθού, όσο και αν είναι πε­ριο­ρι­σμέ­νη, δη­μιουρ­γεί κά­ποιους φραγ­μούς.

Αντί­στοι­χα, ένας αριθ­μός νέων κυ­ρί­ως ερ­γα­ζο­μέ­νων, ερ­γά­ζε­ται με κα­θε­στώς μαύ­ρης ερ­γα­σί­ας, ή με εντε­λώς άτυ­πες μορ­φές ερ­γα­σί­ας (χωρίς να εκ­δί­δει ΔΠΥ στον ερ­γο­δό­τη, αλλά τι­μο­λο­γώ­ντας απευ­θεί­ας πε­λά­τες του ερ­γο­δό­τη κ.ο.κ.), θε­ω­ρώ­ντας κί­νη­τρο ότι μπο­ρεί έτσι να απο­κρύ­ψει κά­ποιο μέρος των ει­σο­δη­μά­των του, εκ­χω­ρώ­ντας όμως ταυ­τό­χρο­να κάθε δι­καί­ω­μα – συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης και της κα­τα­βο­λής ερ­γο­δο­τι­κών ει­σφο­ρών.

Στο πλαί­σιο αυτό, οι δε­σμεύ­σεις της κυ­βέρ­νη­σης για επι­βά­ρυν­ση των ερ­γο­δο­τών με τα 2/3 των ει­σφο­ρών για τους οιο­νεί μι­σθω­τούς συ­νι­στούν χά­ντρες για τους ιθα­γε­νείς, αφού δεν υπάρ­χει τρό­πος επι­βο­λής ενός τέ­τοιου μέ­τρου. Ούτως ή άλλως, η άτυπη μι­σθω­τή απα­σχό­λη­ση είναι πα­ρά­νο­μη, και εφό­σον η κυ­βέρ­νη­ση θα ήθελε, θα έπρε­πε να επι­διώ­ξει την κα­τάρ­γη­σή της με μη­χα­νι­σμούς που στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα υπάρ­χουν, αλλά είναι δύ­σκο­λο να εφαρ­μο­στούν (δια­σταύ­ρω­ση εσό­δων από την εφο­ρία που προ­κύ­πτουν από ένα μόνο ερ­γο­δό­τη) και κυ­ρί­ως με την ενί­σχυ­ση των ελεγ­κτι­κών μη­χα­νι­σμών. Ωστό­σο στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες της οξυ­μέ­νης ανερ­γί­ας και των χα­μη­λών αμοι­βών, η ερ­γο­δο­σία έχει την δυ­να­τό­τη­τα, μέχρι ενός ση­μεί­ου, να υπερ­βεί τους μη­χα­νι­σμούς ελέγ­χου. Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες, οι ερ­γο­δό­τες έχουν την δυ­να­τό­τη­τα να με­τα­κυ­λή­σουν το πρό­σθε­το κό­στος ερ­γα­σί­ας, με μεί­ω­ση του κα­θα­ρού μι­σθού. Ήδη αυτή η κα­τεύ­θυν­ση συ­ζη­τιέ­ται στις με­γά­λες εται­ρί­ες.

Αλλά και οι μι­κρο­με­σαί­οι αυ­το­α­πα­σχο­λού­με­νοι, πολύ απέ­χουν από το να απο­τε­λούν «ρε­τι­ρέ» και για ένα ση­μα­ντι­κό πο­σο­στό τους, τα μνη­μο­νια­κά μέτρα έχουν ήδη οδη­γή­σει στο όριο της εξό­δου από το επάγ­γελ­μα. Ει­δι­κά για τους δι­κη­γό­ρους, είναι εν­δει­κτι­κό ότι από τους 21.739 εγ­γε­γραμ­μέ­νους στο ΔΣΑ, πε­ρί­που οι μισοί (9.599), το πρώτο τρί­μη­νο του 2015 δεν είχαν καμία πα­ρά­στα­ση σε δι­κα­στή­ριο, ότι οι πα­ραι­τή­σεις έχουν τρι­πλα­σια­στεί από το 2010 και μετά, ότι τεί­νουν να γί­νουν πλειο­ψη­φία οι συ­νά­δελ­φοι που αδυ­να­τούν να πλη­ρώ­σουν τις ήδη υφι­στά­με­νες ασφα­λι­στι­κές ει­σφο­ρές ή ακόμα και τις ρυθ­μί­σεις. Για αυτές τις κα­τη­γο­ρί­ες ελευ­θέ­ρων επαγ­γελ­μα­τιών και οιο­νεί μι­σθω­τών, η εφαρ­μο­γή του νέου ασφα­λι­στι­κού θα ση­μά­νει δύο επι­λο­γές: είτε τη μι­σθω­το­ποί­η­ση με πολύ χα­μη­λούς μι­σθούς εφό­ρου ζωής, είτε την ανερ­γία και τη με­τα­νά­στευ­ση.

Το πα­ρά­δειγ­μα του νέου δι­κη­γό­ρου των 15.000 ευρώ

Αν και τα ετή­σια ει­σο­δή­μα­τα της τάξης των 15.000 ευρώ για ένα νέο δι­κη­γό­ρο δεν είναι ο κα­νό­νας, είναι δια­φω­τι­στι­κό να εξε­τα­στεί το πα­ρά­δειγ­μα ενός δι­κη­γό­ρου, νέου ασφα­λι­σμέ­νου, άνω πε­ντα­ε­τί­ας, με ένα τέ­τοιο ετή­σιο ει­σό­δη­μα. Με τις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες, έχει συ­νο­λι­κές ασφα­λι­στι­κές και φο­ρο­λο­γι­κές επι­βα­ρύν­σεις της τάξης των 7.220 ευρώ και κα­θα­ρά έσοδα 7.780 ευρώ το χρόνο, δη­λα­δή το αντί­στοι­χο για έναν ερ­γα­ζό­με­νο στον ιδιω­τι­κό τομέα με 14 μι­σθούς των 555,71 ευρώ μη­νιαί­ως, ποσό κα­τώ­τε­ρο από τον κα­τώ­τα­το μισθό. Με το ασφα­λι­στι­κό προ­σχέ­διο, οι συ­νο­λι­κές επι­βα­ρύν­σεις θα ανέρ­χο­νται σε 9.011 ευρώ, κα­θα­ρά έσοδα 5.589 ευρώ, ήτοι μη­νιαί­ως στο ποσό των 427 ευρώ, δη­λα­δή άμεση μεί­ω­ση ει­σο­δή­μα­τος κατά 23%. Επι­πλέ­ον, με τις εκ­πτώ­σεις της «βελ­τιω­τι­κής πρό­τα­σης» Κα­τρού­γκα­λου, οι επι­βα­ρύν­σεις δια­μορ­φώ­νο­νται συ­νο­λι­κά στα 7.017 ευρώ, κα­θα­ρά έσοδα 7.982 ευρώ, ήτοι μη­νιαί­ως 570 ευρώ. Τα συ­μπε­ρά­σμα­τα είναι τα εξής: α) τα χα­μη­λά ει­σο­δη­μα­τι­κά στρώ­μα­τα των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών, που σή­με­ρα έχουν απο­δο­χές κα­τώ­τε­ρες από τον κα­τώ­τα­το μισθό, δεν ευ­νο­ού­νται από το προ­σχέ­διο Κα­τρού­γκα­λου, αντί­θε­τα εντεί­νε­ται η συ­μπί­ε­σή τους, μέχρι εξα­φά­νι­σης, β) οι πε­ρι­βό­η­τες εκ­πτώ­σεις οδη­γούν σε μία ελά­φρυν­ση της τάξης των 200 ευρώ ετη­σί­ως, σε μια προ­σπά­θεια να «χρυ­σω­θεί το χάπι» για τη σφαγή που θα ακο­λου­θή­σει μετά την πρώτη τριε­τία εφαρ­μο­γής του νέου ασφα­λι­στι­κού, γ) τα στρώ­μα­τα με ει­σο­δή­μα­τα όπως αυτά του πα­ρα­δείγ­μα­τος, ή ακόμα χα­μη­λό­τε­ρα, ούτως ή άλλως δεν μπο­ρούν ήδη σή­με­ρα να αντα­πε­ξέλ­θουν στην κα­τα­βο­λή των ασφα­λι­στι­κών και φο­ρο­λο­γι­κών τους υπο­χρε­ώ­σε­ων και δε θα μπο­ρέ­σουν να το κά­νουν ούτε με τις «ελα­φρύν­σεις» του νέου ασφα­λι­στι­κού. Έτσι, το προ­σχέ­διο Κα­τρού­γκα­λου καμία κοι­νω­νι­κή δι­καιο­σύ­νη δεν προ­ω­θεί. Δια­τη­ρεί τα χα­μη­λά στρώ­μα­τα σε κα­τά­στα­ση φτώ­χειας και, όπως θα δούμε στη συ­νέ­χεια, συ­μπιέ­ζει όσους μέχρι σή­με­ρα κα­τόρ­θω­σαν να πα­ρα­μεί­νουν στα «με­σαία στρώ­μα­τα», ώστε να πε­ριέλ­θουν και αυτοί σε κα­τά­στα­ση φτώ­χειας.

Το πα­ρά­δειγ­μα του «με­γα­λο­δι­κη­γό­ρου» των 50.000 ευρώ

Ακόμα όμως και για την κα­τη­γο­ρία εκεί­νων των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών που κα­τα­φέρ­νουν ακόμα να πα­ρα­μέ­νουν στο επάγ­γελ­μα χωρίς να οδη­γού­νται σε άμεση έξοδο, δη­λα­δή για τα τμή­μα­τα εκεί­να -πολύ μειο­ψη­φι­κά, όπως ομο­λο­γεί και ο ίδιος ο Κα­τρού­γκα­λος- τα οποία δη­λώ­νουν ει­σο­δή­μα­τα έως και 50.000 ευρώ το χρόνο και τα οποία λίγο – πολύ χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται «πλού­σια, με τα μα­ντι­λά­κια και τις γρα­βά­τες» από τον Κα­τρού­γκα­λο και το κυ­βερ­νη­τι­κό επι­τε­λείο, η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι πολύ δια­φο­ρε­τι­κή από την ει­κό­να που πα­ρου­σιά­ζε­ται. Συ­γκε­κρι­μέ­να, με τις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες, ένας δι­κη­γό­ρος, ασφα­λι­σμέ­νος πριν την 1-1-1993, που έχει δη­λα­δή 23 του­λά­χι­στον χρό­νια στο επάγ­γελ­μα, με ει­σό­δη­μα 50.000 ευρώ το χρόνο, έχει συ­νο­λι­κές ασφα­λι­στι­κές και φο­ρο­λο­γι­κές επι­βα­ρύν­σεις της τάξης των 17.506 ευρώ και κα­θα­ρά έσοδα 32.494 ευρώ το χρόνο, δη­λα­δή το αντί­στοι­χο των 2.321 ευρώ μη­νιαί­ως για έναν ερ­γα­ζό­με­νο στον ιδιω­τι­κό τομέα με 14 μι­σθούς. Είναι προ­φα­νές ότι αυτό το ύψος ει­σο­δή­μα­τος δεν είναι υπερ­βο­λι­κά υψηλό ούτε ανα­ντί­στοι­χο με ένα μέσο μη­νιαίο ει­σό­δη­μα ενός ιδιω­τι­κού υπαλ­λή­λου, ο οποί­ος έχει αντί­στοι­χα τυ­πι­κά προ­σό­ντα και κα­τα­λαμ­βά­νει μέση θέση της επαγ­γελ­μα­τι­κής ιε­ραρ­χί­ας μετά από 23 χρό­νια ερ­γα­σί­ας. Πρέ­πει να λη­φθεί υπόψη ότι ο μέσος μι­σθός στον ιδιω­τι­κό τομέα το 2014 ανερ­χό­ταν στα 1.500 ευρώ και ο διά­με­σος στα 1.350 ευρώ. Ενώ αντί­στοι­χα ο μέσος μι­σθός σε μο­νά­δες αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης, με την εξαί­ρε­ση της Πορ­το­γα­λί­ας, ήταν με­γα­λύ­τε­ρος από την Ελ­λά­δα σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. των 15 σε πο­σο­στά που κυ­μαί­νο­νταν από 35% στην Ισπα­νία έως 86% στη Δανία.

Με το ασφα­λι­στι­κό προ­σχέ­διο, οι συ­νο­λι­κές επι­βα­ρύν­σεις θα ανέρ­χο­νται σε 28.596 ευρώ και τα κα­θα­ρά έσοδα σε 21.404 ευρώ, ήτοι μη­νιαί­ως στο ποσό των 1.528 ευρώ, δη­λα­δή άμεση μεί­ω­ση του ει­σο­δή­μα­τος κατά 34,13%. Αν συ­νυ­πο­λο­γί­σει κα­νείς τις πε­ρι­βό­η­τες εκ­πτώ­σεις Κα­τρού­γκα­λου για την πρώτη τριε­τία εφαρ­μο­γής του νέου ασφα­λι­στι­κού, τα κα­θα­ρά ει­σο­δή­μα­τα ανέρ­χο­νται σε 27.226 ευρώ, ήτοι μη­νιαί­ως 1.626 ευρώ, δη­λα­δή άμεση μεί­ω­ση 30%.

Από τα πα­ρα­πά­νω μπο­ρούν εύ­κο­λα να εξα­χθούν τρία συ­μπε­ρά­σμα­τα: α) οι -λί­γοι- ελεύ­θε­ροι επαγ­γελ­μα­τί­ες που θρα­σύ­τα­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται υπερ­βο­λι­κά πλού­σιοι από την κυ­βέρ­νη­ση και τα πα­πα­γα­λά­κια της, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα έχουν απο­δο­χές αντί­στοι­χες των μέσων μι­σθών του ιδιω­τι­κού τομέα για αντί­στοι­χα έτη ερ­γα­σί­ας σε μέσες ιε­ραρ­χι­κά θέ­σεις, β) η εφαρ­μο­γή του νέου ασφα­λι­στι­κού θα οδη­γή­σει σε άμε­σες μειώ­σεις του ει­σο­δή­μα­τος, σε πο­σο­στά που (σωστά και εύ­λο­γα) δεν έχουν εφαρ­μο­στεί σε κα­νέ­ναν άλλο ερ­γα­σια­κό κλάδο, ούτε καν σω­ρευ­τι­κά, πόσο μάλ­λον εφά­παξ, γιατί κάτι τέ­τοιο θα δη­μιουρ­γού­σε συν­θή­κες έκρη­ξης, γ) η εφαρ­μο­γή του νέου ασφα­λι­στι­κού κα­θη­λώ­νει τους ελεύ­θε­ρους επαγ­γελ­μα­τί­ες σε χα­μη­λά ει­σο­δή­μα­τα εφ’ όρου ζωής, αφού δε θα έχουν τη δυ­να­τό­τη­τα να διευ­ρύ­νουν το επαγ­γελ­μα­τι­κό τους αντι­κεί­με­νο σε τέ­τοιο βαθμό που να δια­μορ­φώ­νει όρους έστω και για ένα μέ­τριο ει­σό­δη­μα. Αντί­θε­τα, το επαγ­γελ­μα­τι­κό αντι­κεί­με­νο θα συρ­ρι­κνώ­νε­ται, στο βαθμό που θα συ­γκε­ντρώ­νε­ται σε πολύ λίγα χέρια που θα μπο­ρούν να αντε­πε­ξέλ­θουν στα κόστη. 

Η «κοι­νω­νι­κή δι­καιο­σύ­νη» της εξί­σω­σης μι­σθω­τών – ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών

Άλλος ένας μύθος που συ­νο­δεύ­ει την κυ­βερ­νη­τι­κή προ­πα­γάν­δα για το νέο Ασφα­λι­στι­κό είναι ότι είναι δί­καιο να εξι­σώ­νε­ται το ύψος των ει­σφο­ρών των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών με αυτό των μι­σθω­τών. Με αυτό τον τρόπο επι­χει­ρεί­ται να νο­μι­μο­ποι­η­θεί και η κα­τεύ­θυν­ση για τον υπο­λο­γι­σμό των ει­σφο­ρών ως πο­σο­στό του ει­σο­δή­μα­τος. Πέρα από το γε­γο­νός ότι απο­κρύ­πτε­ται ότι το συ­νο­λι­κό πο­σο­στό των ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών ανέρ­χε­ται με το προ­σχέ­διο στο 38,45% του φο­ρο­λο­γη­τέ­ου ει­σο­δή­μα­τος (Κύρια σύ­ντα­ξη: 20%, Εφά­παξ: 4%, Επι­κου­ρι­κή: 7,5%,  Υγεία: 6,95%) και όχι στο 20% που διαρ­κώς επα­να­λαμ­βά­νε­ται από τα κυ­βερ­νη­τι­κά στε­λέ­χη και είναι έτσι υψη­λό­τε­ρο από το αθροι­στι­κό πο­σο­στό ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών των μι­σθω­τών (ερ­γο­δό­τη και ερ­γα­ζό­με­νου), υπάρ­χουν ση­μα­ντι­κό­τε­ροι πα­ρά­γο­ντες που φέρ­νουν τους ελεύ­θε­ρους επαγ­γελ­μα­τί­ες σε χει­ρό­τε­ρη μοίρα με την προ­βλε­πό­με­νη με­τα­βο­λή.

Ο χα­ρα­κτή­ρας της απα­σχό­λη­σης του ελεύ­θε­ρου επαγ­γελ­μα­τία είναι δια­φο­ρε­τι­κός από αυτόν του μι­σθω­τού: δεν έχει στα­θε­ρή ροή μη­νιαί­ου ει­σο­δή­μα­τος και η ροή των αμοι­βών του εξαρ­τά­ται από τη δου­λειά που θα έχει σε κάθε επι­μέ­ρους χρο­νι­κό διά­στη­μα, πολ­λές φορές υπάρ­χουν με­γά­λες κα­θυ­στε­ρή­σεις στις πλη­ρω­μές των πε­λα­τών (ει­δι­κά για τους δι­κη­γό­ρους που ασκούν μά­χι­μη δι­κη­γο­ρία με δι­κα­στη­ρια­κή κυ­ρί­ως πρα­κτι­κή, αυτό επι­τεί­νε­ται από την τε­ρά­στια κα­θυ­στέ­ρη­ση στον προσ­διο­ρι­σμό των υπο­θέ­σε­ων, τη συ­ζή­τη­ση και την έκ­δο­ση των απο­φά­σε­ων που μπο­ρεί να εκτεί­νε­ται σε πολλά χρό­νια), ή και κατά ένα μέρος δεν λαμ­βά­νει τις αμοι­βές ει­δι­κά την πε­ρί­ο­δο της κρί­σης. Ανα­λαμ­βά­νει αυ­ξη­μέ­να κόστη, αλλά και ρίσκα για τη χρη­μα­το­δό­τη­ση των δρα­στη­ριο­τή­των του, ενώ την ίδια στιγ­μή οι πά­γιες δα­πά­νες συ­ντή­ρη­σης του γρα­φεί­ου, του ανα­γκαί­ου εξο­πλι­σμού, αλλά και οι φο­ρο­λο­γι­κές και άλλες επι­βα­ρύν­σεις πα­ρα­μέ­νουν στα­θε­ρές, ανε­ξάρ­τη­τα με το ύψος των ει­σο­δη­μά­των του. Ταυ­τό­χρο­να οι ελεύ­θε­ροι επαγ­γελ­μα­τί­ες ή οιο­νεί μι­σθω­τοί είναι υπο­χρε­ω­μέ­νοι στην κα­τα­βο­λή ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών ακόμα και όταν δεν έχουν ει­σό­δη­μα, σε αντί­θε­ση με τους μι­σθω­τούς που η κα­τα­βο­λή ει­σφο­ρών εξαρ­τά­ται από την στα­θε­ρή ροή ει­σο­δή­μα­τος που προ­βλέ­πει η μι­σθω­τή ερ­γα­σια­κή σχέση. Ει­δι­κά το μέτρο της προ­κα­τα­βο­λής ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών, με βάση τα ει­σο­δή­μα­τα του προη­γού­με­νου έτους, που προ­βλέ­πει το προ­σχέ­διο, χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον ει­σπρα­κτι­κό και φο­ρο­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα των συ­γκε­κρι­μέ­νων ρυθ­μί­σε­ων και πραγ­μα­τι­κά δια­κυ­βεύ­ει στις συν­θή­κες ρευ­στό­τη­τας και κρί­σης όχι μόνο την έξοδο από το επάγ­γελ­μα, και την κοι­νω­νι­κή εξό­ντω­ση αλλά και απώ­λεια πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων δια­μέ­σου κα­τα­σχέ­σε­ων λόγω αδυ­να­μί­ας κά­λυ­ψης των ασφα­λι­στι­κών υπο­χρε­ώ­σε­ων.

Στο πλαί­σιο αυτό, το με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό των ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών των μι­σθω­τών είναι ερ­γο­δο­τι­κές ει­σφο­ρές, δη­λα­δή έμ­με­σος μι­σθός του ερ­γα­ζο­μέ­νου, ενώ οι ελεύ­θε­ροι επαγ­γελ­μα­τί­ες επω­μί­ζο­νται οι ίδιοι το σύ­νο­λο των επι­βα­ρύν­σε­ων. Όμως η πλειο­ψη­φία των επι­χει­ρή­σε­ων έχει ορι­σμέ­να πε­ρι­θώ­ρια με­τα­κύ­λι­σης της αύ­ξη­σης του κό­στους ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών στους κα­τα­να­λω­τές, εκτός των άλλων διότι το κό­στος των ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών αντι­στοι­χεί σε ένα σχε­τι­κά μικρό τμήμα του συ­νο­λι­κού κό­στους πα­ρα­γω­γής μιας επι­χεί­ρη­σης. Για πα­ρά­δειγ­μα στη βιο­μη­χα­νία το συ­νο­λι­κό μι­σθο­λο­γι­κό κό­στος εκτι­μά­ται στο 25% του κό­στους πω­λη­θέ­ντων και στις υπη­ρε­σί­ες στο 50% του συ­νο­λι­κού κό­στους πω­λη­θέ­ντων.

Αντί­θε­τα, οι ελεύ­θε­ροι επαγ­γελ­μα­τί­ες δεν μπο­ρούν να με­τα­κυ­λί­σουν το επι­πλέ­ον κό­στος στους πε­λά­τες τους μέσω της αύ­ξη­σης των αμοι­βών τους -για­τί σε αυτή την πε­ρί­πτω­ση δε θα έχουν πε­λά­τες- ενώ οι αυ­ξή­σεις στις ει­σφο­ρές με­τα­φρά­ζο­νται σε άμεση μεί­ω­ση του ει­σο­δή­μα­τός τους στο σύ­νο­λό τους, καθώς, σε αντί­θε­ση με τις επι­χει­ρή­σεις που εν­δε­χο­μέ­νως θα πε­ριό­ρι­ζαν το κό­στος πα­ρα­γω­γής ή τα λει­τουρ­γι­κά κόστη με άλ­λους τρό­πους για να εξι­σορ­ρο­πή­σουν του­λά­χι­στον ένα μέρος της όποιας αύ­ξη­σης του κό­στους ερ­γα­σί­ας, στους ελεύ­θε­ρους επαγ­γελ­μα­τί­ες και ιδιαί­τε­ρα στους δι­κη­γό­ρους, η αμοι­βή τους είναι κατά το συ­ντρι­πτι­κά με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό της, αμοι­βή ερ­γα­σί­ας και όχι από­σβε­ση πα­γί­ων εξό­δων, κά­λυ­ψη κό­στους πα­ρα­γω­γής ή λει­τουρ­γι­κών εξό­δων.

Για τον «κοι­νω­νι­κό αυ­το­μα­τι­σμό»

και πώς δεν έχει καμία σχέση με την αρι­στε­ρή πρα­κτι­κή

Στην Ελ­λά­δα της κρί­σης και του κα­τα­κερ­μα­τι­σμού του κοι­νω­νι­κού ιστού, είναι βο­λι­κό για τις μνη­μο­νια­κές κυ­βερ­νή­σεις να στρέ­φουν τη μία κα­τη­γο­ρία ερ­γα­ζο­μέ­νων ένα­ντι της άλλης, να προ­βάλ­λουν την ισο­πέ­δω­ση για «ισό­τη­τα». Όμως, ποτέ η Αρι­στε­ρά δεν υπο­στή­ρι­ξε ότι πρέ­πει να μειω­θούν τα ει­σο­δή­μα­τα των ερ­γα­ζο­μέ­νων για να απο­πλη­ρω­θούν τα βάρη του κε­φα­λαί­ου, πόσο μάλ­λον όταν αυτό δεν οδη­γεί στην αύ­ξη­ση των ει­σο­δη­μά­των των κοι­νω­νι­κά πιο αδύ­να­μων. Αυτό άλ­λω­στε επ’ ου­δε­νί δεν μπο­ρεί να βα­σί­ζε­ται στην άμεση πε­ρι­κο­πή χα­μη­λών και με­σαί­ων ει­σο­δη­μά­των. Ποτέ η Αρι­στε­ρά δεν υπο­στή­ρι­ξε ότι οι πο­λι­τι­κές ανα­δια­νο­μής θα έπρε­πε να βα­σί­ζο­νται στην πε­ρι­κο­πή των αμοι­βών των «ρε­τι­ρέ», όπως κάθε φορά βα­φτί­ζο­νταν κα­τη­γο­ρί­ες ερ­γα­ζο­μέ­νων από την εκά­στο­τε εξου­σία, είτε αφο­ρού­σε τους ερ­γα­ζό­με­νους των ΔΕΚΟ είτε τους ερ­γα­ζό­με­νους στο Δη­μό­σιο (οι μέσες αμοι­βές των οποί­ων, προ­σαρ­μο­σμέ­νες με το ασφα­λι­στι­κό κό­στος το οποίο επω­μι­ζό­ταν απευ­θεί­ας το Δη­μό­σιο για το επι­στη­μο­νι­κό προ­σω­πι­κό, δεν ήταν πολύ μα­κριά από αυτό που σή­με­ρα ο Κα­τρού­γκα­λος βα­φτί­ζει «ρε­τι­ρέ»). Αντί­θε­τα, οι πο­λι­τι­κές της ανα­δια­νο­μής θα έπρε­πε να βα­σί­ζο­νται στην ανα­δια­νο­μή με­τα­ξύ του κε­φα­λαί­ου και ερ­γα­σί­ας, στη φο­ρο­λό­γη­ση των κερ­δών, στη φο­ρο­λό­γη­ση των κι­νή­σε­ων κε­φα­λαί­ου και του συσ­σω­ρευ­μέ­νου πλού­του, ει­δι­κά στη χρη­μα­το­πι­στω­τι­κή σφαί­ρα.

Αντί­στοι­χα, ποτέ μια αρι­στε­ρή πο­λι­τι­κή δεν θα υπο­στή­ρι­ζε τη μεί­ω­ση των μι­σθών που κα­το­χυ­ρώ­νο­νται από μια συλ­λο­γι­κή σύμ­βα­ση σε ένα ισχυ­ρό δια­πραγ­μα­τευ­τι­κά κλάδο, ή με πε­ρισ­σό­τε­ρο εξει­δι­κευ­μέ­νη ερ­γα­σία, ή με υψη­λό­τε­ρη κερ­δο­φο­ρία του κε­φα­λαί­ου και άρα πε­ρισ­σό­τε­ρα πε­ρι­θώ­ρια διεκ­δι­κή­σε­ων, ώστε να υπάρ­χει η ισο­πέ­δω­ση προς τα κάτω. Όπως αντί­στοι­χα δεν θα προ­ω­θού­σε την «κι­νε­ζο­ποί­η­ση» των μι­σθών και των αμοι­βών όπως σή­με­ρα με τις εντο­λές και τις ευ­λο­γί­ες Ε.Ε. και ΔΝΤ κάνει η κυ­βέρ­νη­ση ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ – ΑΝΕΛ.

Οι ηγε­σί­ες των επι­στη­μο­νι­κών φο­ρέ­ων…

Το βάθος και το εύρος της επί­θε­σης που συ­μπυ­κνώ­νε­ται στο νέο ασφα­λι­στι­κό είναι τέ­τοιο, που κα­τα­νά­γκα­σε τις ηγε­σί­ες των επι­στη­μο­νι­κών φο­ρέ­ων να προ­βούν σε κι­νη­το­ποι­ή­σεις άμεσα μετά τη δη­μο­σί­ευ­ση του προ­σχε­δί­ου. Είναι προ­φα­νές ότι αυτή η επι­λο­γή των ηγε­σιών δεν αναι­ρεί ότι όλη την προη­γού­με­νη πε­ρί­ο­δο επέ­δει­ξαν στάση κα­θα­ρής υπο­στή­ρι­ξης των μνη­μο­νια­κών πο­λι­τι­κών, με απο­κο­ρύ­φω­μα την ανοι­χτή στή­ρι­ξη του ΝΑΙ στο δη­μο­ψή­φι­σμα. Από την άλλη όμως πλευ­ρά, δεν ευ­στα­θεί και η επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία της κυ­βέρ­νη­σης -αλλά δυ­στυ­χώς και τμη­μά­των της Αρι­στε­ράς- ότι οι ηγε­σί­ες κι­νη­το­ποιού­νται πρω­τί­στως γιατί θί­γο­νται τα συμ­φέ­ρο­ντα των υψη­λό­τε­ρων στρω­μά­των που εκ­προ­σω­πούν. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, οι ηγε­σί­ες κι­νη­το­ποιού­νται γιατί πιέ­ζο­νται από τη με­γά­λη μάζα των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών που πλήτ­το­νται, και η απου­σία τους από κάθε δια­δι­κα­σία κι­νη­το­ποί­η­σης θα είχε απο­τε­λέ­σμα­τα διάρ­ρη­ξης των σχέ­σε­ων εκ­προ­σώ­πη­σης που συ­νε­χί­ζουν να συ­γκρο­τούν με ση­μα­ντι­κά τμή­μα­τα των ερ­γα­ζό­με­νων ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών.

Από την άλλη πλευ­ρά, την ίδια στιγ­μή που δια­τυ­πώ­νουν αγω­νι­στι­κές κο­ρό­νες, δια­πραγ­μα­τεύ­ο­νται κάτω από το τρα­πέ­ζι με το υπουρ­γείο, αλλά και απο­φεύ­γουν κάθε πρα­κτι­κή που θα μπο­ρού­σε να φέρει εν δυ­νά­μει ρι­ζο­σπα­στι­κό στίγ­μα. Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ότι, παρά την επι­τυ­χία των δύο πα­νε­πι­στη­μο­νι­κών δια­δη­λώ­σε­ων, οι ηγε­σί­ες δεν δέ­χτη­καν μέχρι στιγ­μής να κα­λέ­σουν σε νέα δια­δή­λω­ση, κα­τα­φεύ­γο­ντας στην… εκτό­νω­ση μετά μου­σι­κής (συ­ναυ­λία επι­στη­μο­νι­κών φο­ρέ­ων), αλλά και απέ­φυ­γαν με κάθε τρόπο το συ­ντο­νι­σμό και την κοινή πα­ρου­σία στο δρόμο με τους αγρό­τες. Ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή είναι η από­φα­ση των επι­στη­μο­νι­κών φο­ρέ­ων να δρο­μο­λο­γη­θεί συ­νά­ντη­ση με εκ­προ­σώ­πους της Ευ­ρω­παϊ­κής Επι­τρο­πής, ενώ­πιον των οποί­ων θα πα­ρου­σια­σθούν οι θέ­σεις των φο­ρέ­ων για το ασφα­λι­στι­κό! Ταυ­τό­χρο­να, είναι βέ­βαιο ότι αργά ή γρή­γο­ρα θα επι­διώ­ξουν να ανα­στεί­λουν τις κι­νη­το­ποι­ή­σεις, το αρ­γό­τε­ρο μετά την εν­δε­χό­με­νη ψή­φι­ση του νέου ασφα­λι­στι­κού. Για αυ­τούς -και για άλ­λους- λό­γους, οι ηγε­σί­ες απο­φεύ­γουν κάθε δια­δι­κα­σία που θα μπο­ρού­σε να εμπλέ­ξει με μα­ζι­κούς όρους τη βάση των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών, καθώς κάτι τέ­τοιο θα δυ­σχέ­ραι­νε τη δυ­να­τό­τη­τα ελέγ­χου των κι­νη­το­ποι­ή­σε­ων και θα έδινε τη δυ­να­τό­τη­τα αυτές να λά­βουν πιο ρι­ζο­σπα­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά.

…και η δική μας πα­ρέμ­βα­ση

Είναι προ­φα­νές ότι οι δυ­νά­μεις της Αρι­στε­ράς στους χώ­ρους των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών έχουν πλήρη επί­γνω­ση των στο­χεύ­σε­ων των ηγε­σιών και των ορίων που αυτές θέ­τουν στις κι­νη­το­ποι­ή­σεις. Ταυ­τό­χρο­να, η ορ­γα­νω­τι­κή, πο­λι­τι­κή και ιδε­ο­λο­γι­κή ηγε­μο­νία στο εσω­τε­ρι­κό των κι­νη­το­ποιού­με­νων ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών πολύ απέ­χει από το να έχει κρι­θεί προς όφε­λος των δυ­νά­με­ων της Αρι­στε­ράς. Αντί­θε­τα, είναι απο­λύ­τως ανοι­χτό ζή­τη­μα το εάν οι κι­νη­το­ποι­ή­σεις θα κα­τορ­θώ­σουν να επά­γουν μια δια­δι­κα­σία ευ­ρύ­τε­ρης ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­σης για μα­ζι­κά τμή­μα­τα των κι­νη­το­ποιού­με­νων στρω­μά­των ή αν θα ελεγ­χθούν συ­νο­λι­κά από τις ηγε­σί­ες, υπό την ηγε­μο­νία «λύ­σε­ων» απο­λύ­τως ενταγ­μέ­νων στο πλαί­σιο των μνη­μο­νια­κών πο­λι­τι­κών (από τις εξαι­ρέ­σεις, εκ­πτώ­σεις και ελα­φρύν­σεις έως και την κα­τάρ­γη­ση επι­κου­ρι­κών συ­ντά­ξε­ων και εφά­παξ, ή ακόμα και την ιδιω­τι­κή ασφά­λι­ση).

Όμως, τόσο το ζή­τη­μα της συ­νέ­χειας των κι­νη­το­ποι­ή­σε­ων και της ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­σής τους όσο και του ηγε­μο­νι­κού πλαι­σί­ου στο εσω­τε­ρι­κό τους, θα κρι­θεί από τις δυ­να­τό­τη­τες πα­ρέμ­βα­σης των αρι­στε­ρών δυ­νά­με­ων μέσα στο εσω­τε­ρι­κό των κι­νη­το­ποι­ή­σε­ων που σή­με­ρα ελέγ­χο­νται από τις ηγε­σί­ες, και όχι από το δια­χω­ρι­σμό με αυτές και τον ανα­χω­ρη­τι­σμό από τα πεδία κι­νη­το­ποί­η­σης των πραγ­μα­τι­κών μαζών των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών. Με αυτή την έν­νοια, οι δυ­νά­μεις της Αρι­στε­ράς θα πρέ­πει να επι­διώ­κουν την άσκη­ση συ­ντο­νι­σμέ­νης πί­ε­σης σε δια­κλα­δι­κό επί­πε­δο για να πά­ρουν οι κι­νη­το­ποι­ή­σεις χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά συ­νέ­χειας, αλλά και ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­σης (με νέες δια­δη­λώ­σεις, αλλά και κα­τα­λή­ψεις δη­μό­σιων κτη­ρί­ων), να ανα­λαμ­βά­νουν και αυ­το­τε­λείς πρω­το­βου­λί­ες, αλλά και να επι­χει­ρούν την ενερ­γο­ποί­η­ση δια­δι­κα­σιών βάσης -όπως οι γε­νι­κές συ­νε­λεύ­σεις- στις οποί­ες θα ανα­γκα­στούν να εμπλα­κούν και οι ηγε­σί­ες των επι­στη­μο­νι­κών φο­ρέ­ων.

Ταυ­τό­χρο­να, είναι εκ των ων ουκ άνευ μια κα­τεύ­θυν­ση ενό­τη­τας στις κι­νη­το­ποι­ή­σεις και πα­ρου­σί­ας των δυ­νά­με­ων της Αρι­στε­ράς στο δρόμο μαζί με τις κι­νη­το­ποιού­με­νες μάζες και όχι σε δια­χω­ρι­σμό από αυτές. Αυτό ση­μαί­νει την πα­ρου­σία και πα­ρέμ­βα­ση αυτών των δυ­νά­με­ων στις ίδιες τις συ­γκε­ντρώ­σεις που κα­λού­νται από τις ηγε­σί­ες, στον ίδιο χώρο και όχι με την επα­νά­λη­ψη πρα­κτι­κών δια­κρι­τών, «τα­ξι­κών» και «κα­θα­ρών» συ­γκε­ντρώ­σε­ων που δεν έχουν καμία ανά­δρα­ση με τα κι­νη­το­ποιού­με­να υπο­κεί­με­να και απευ­θύ­νο­νται μόνο στο ήδη πο­λι­τι­κο­ποι­η­μέ­νο δυ­να­μι­κό. Κάθε άλλη λο­γι­κή όχι μόνο υπο­νο­μεύ­ει τη δυ­να­τό­τη­τα συ­νέ­χειας των κι­νη­το­ποι­ή­σε­ων, αλλά και διευ­κο­λύ­νει την ιδε­ο­λο­γι­κή και πο­λι­τι­κή ηγε­μο­νία νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρων, μνη­μο­νια­κών κα­τευ­θύν­σε­ων στο εσω­τε­ρι­κό των κι­νη­το­ποιού­με­νων ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών.

Είναι σαφές ότι στην προ­με­τω­πί­δα του αγώνα των ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών, αλλά και όλων των ερ­γα­ζό­με­νων, ενά­ντια στο νέο ασφα­λι­στι­κό θα πρέ­πει να μπαί­νει το αί­τη­μα της συ­νο­λι­κής από­συρ­σης του προ­σχε­δί­ου και η πλή­ρης απο­δο­κι­μα­σία κάθε λο­γι­κής δια­λό­γου ή δια­πραγ­μά­τευ­σης με το υπουρ­γείο και την κυ­βέρ­νη­ση. Από την άλλη πλευ­ρά, είναι εξί­σου σαφές ότι το ασφα­λι­στι­κό δεν μπο­ρεί να επι­λυ­θεί συ­νο­λι­κά στο έδα­φος της κοι­νω­νι­κής κα­τα­στρο­φής που έχει προ­κα­λέ­σει η κρίση και οι μνη­μο­νια­κές πο­λι­τι­κές. Χωρίς τη δια­γρα­φή του χρέ­ους, δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει απο­τε­λε­σμα­τι­κή στή­ρι­ξη του ασφα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος και των προ­νοια­κών δομών, στο βαθμό που τε­ρά­στιοι πόροι θα εξα­κο­λου­θούν να διαρ­ρέ­ουν στο εξω­τε­ρι­κό για την απο­πλη­ρω­μή του. Ταυ­τό­χρο­να, χωρίς την επι­στρο­φή σε εθνι­κό νό­μι­σμα και την άμεση αύ­ξη­ση των απο­δο­χών των ερ­γα­ζο­μέ­νων, χωρίς την αντι­με­τώ­πι­ση της ανερ­γί­ας, μέσω της κρα­τι­κο­ποί­η­σης των στρα­τη­γι­κών επι­χει­ρή­σε­ων και της έναρ­ξης με­γά­λων προ­γραμ­μά­των δη­μό­σιων επεν­δύ­σε­ων, θα υπο­νο­μεύ­ε­ται διαρ­κώς η βιω­σι­μό­τη­τα του ασφα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος. Σε τε­λι­κή ανά­λυ­ση, αν και η συμ­φω­νία πάνω σε ένα με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα ερ­γα­τι­κής διε­ξό­δου από την κρίση δεν μπο­ρεί φυ­σι­κά να απο­τε­λεί προ­α­παι­τού­με­νο συμ­μα­χιών στο μα­ζι­κό κί­νη­μα, η εφαρ­μο­γή μιας στρα­τη­γι­κής εξό­δου από την ΟΝΕ, σύ­γκρου­σης και ρήξης με τις κα­τα­στα­τι­κές συν­θή­κες και πο­λι­τι­κές της ΕΕ, απο­τε­λεί στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα προ­α­παι­τού­με­νο για την αντι­με­τώ­πι­ση των επι­πτώ­σε­ων της κρί­σης, αλλά και για τη δυ­να­τό­τη­τα ενός μα­κρο­πρό­θε­σμα βιώ­σι­μου και δί­καιου ασφα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος και την επα­να­φο­ρά της κοι­νω­νι­κής ασφά­λι­σης ως δι­καιώ­μα­τος και όχι ως προ­νοια­κής πα­ρο­χής.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο