Τι συμβαίνει με την ενέργεια;

του Αλέξανδρου Ζαχιώτη και του Δημήτρη Τσέκερη

oryxeia

Η κυβερνητική αλλαγή στις 25 Γενάρη έχει συμπέσει με μια σειρά από ανακατατάξεις στο χώρο της αγοράς ενέργειας. Δεν μπορούμε να ξέρουμε σε ποιο βαθμό αυτές οφείλονται σε σχέδιο της προηγούμενης κυβέρνησης να δημιουργήσει συνθήκες «ασφυξίας» ή, απλώς, σε αυτοματισμούς της, έτσι κι αλλιώς προβληματικής (από τη φύση της), αγοράς ενέργειας. Ενδεχομένως και τα δύο. Η νέα ηγεσία του ΥΠΑΠΕΝ καλείται να λύσει ένα γόρδιο δεσμό: αφενός να πετύχει τη μείωση των τιμών για τα νοικοκυριά και ν’αντιμετωπίσει την ενεργειακή φτώχεια, κι από την άλλη να απορροφήσει όλες εκείνες τις πιέσεις που σπρώχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Η περίπτωση των ενεργοβόρων βιομηχανιών

Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, σε συνάντηση με τους εκπροσώπους των ενεργοβόρων βιομηχανιών, την προηγούμενη βδομάδα, υποσχέθηκε ότι θα προχωρήσει σε μείωση του ενεργειακού κόστους, με αντιστάθμισμα οι επιχειρήσεις να κρατήσουν ή/και να αυξήσουν τις θέσεις εργασίας. Δεν έχει πει το πώς βέβαια, αλλά εκτιμούμε ότι στο υπουργείο θα ψάχνουν για τρόπους μείωσης.

Αξίζει ωστόσο να σταθούμε στο γεγονός ότι φιλοτεχνείται μια εικόνα: ότι η Ελλάδα έχει υψηλό ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία. όμως, η Ελλάδα κινείται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και το μέσο όρο της ευρωζώνης. Άλλωστε, η τελική τιμή του ρεύματος (για δεδομένο τύπο λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρισμού) προκύπτει, αφενός μεν από το «κόστος καυσίμου», δηλαδή το συνδυασμό των τεχνολογιών παραγωγής, κι αφετέρου από τους διάφορους φόρους (ΦΠΑ, άλλα τέλη) που ενσωματώνονται στην τιμή [1]. Καθώς, μάλιστα, ο δεδομένος τεχνολογικός συνδυασμός είναι ζήτημα μακροπρόθεσμης ενεργειακής στρατηγικής, η οποία ορίζεται και από τις εκάστοτε εθνικές ιδιαιτερότητες, οι επιχειρήσεις προσανατολίζονται βραχυπρόθεσμα στην άσκηση πίεσης για φοροελαφρύνσεις ή άλλου τύπου διευκολύνσεις, που αφορούν τη λειτουργία και ρύθμιση της αγοράς. Σε αυτή τη λογική κινήθηκε και η προηγούμενη κυβέρνηση –ευθυγραμμιζόμενη με συνηθισμένες πρακτικές πριμοδότησης της βιομηχανίας στον ευρωπαϊκό χώρο– με σημαντικές συνέπειες όπως θα δούμε παρακάτω. Επιπλέον, η μείωση των τιμών στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο έχει ρίξει το ενεργειακό κόστος για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις.

Επομένως, δεν είναι υπερβολή να πούμε πως η αγωνία της νέας ηγεσίας του ΥΠΑΠΕΝ να μειώσει το ενεργειακό κόστος στη βιομηχανία, κινείται στο πλαίσιο της ηγεμονίας του αντιπάλου, η οποία ορίζει πως το κεφάλαιο είναι, τελικά, η κινητήριος δύναμη της οικονομικής και κοινωνικής ανάκαμψης. Ακόμα κι αν η τεράστια ανεργία πολλαπλασιάζει τις πιέσεις, η λύση δε βρίσκεται στο να χρηματοδοτούν οι εργαζόμενες τάξεις την απασχόλησή τους. Μια αριστερή κυβέρνηση οφείλει να διαμορφώνει τους όρους για τη διάρρηξη αυτής της ηγεμονίας κι όχι για την εμπέδωσή της.

Η περίπτωση της αύξησης του «τέλους ΑΠΕ»

Η αύξησή του ΕΤΜΕΑΡ (ειδικό τέλος μείωσης εκπομπών αέριων ρύπων ή πρώην «τέλος ΑΠΕ» που το πληρώνουν οι καταναλωτές μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ) είχε συμφωνηθεί ανάμεσα στη ΡΑΕ και την προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά ανακοινώθηκε μόλις τις προηγούμενες ημέρες. Δικαίως ο Παναγιώτης Λαφαζάνης εξαπολύει μύδρους έναντι της προηγούμενης κυβέρνησης, αλλά και της ΡΑΕ, στη μεν πρώτη γιατί για προεκλογικούς σκοπούς επέλεξε να «θάψει» το θέμα ώστε η «καυτή πατάτα» να βρεθεί στα δικά του χέρια, στη δε δεύτερη γιατί δεν τον ενημέρωσε παρά την πρότερη συνάντηση μαζί του.

Η αύξηση στο ΕΤΜΕΑΡ οφείλεται στο έλλειμμα του ειδικού λογαριασμού του ΛΑΓΗΕ (περίπου 150 εκ.€). Το έλλειμμα αυτό οφείλεται, με τη σειρά του, σε πολιτική επιλογή της προηγούμενης κυβέρνησης να επιστρέφει σημαντικό μέρος των ποσών που δαπανούν οι βιομηχανίες για την απόκτηση των δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων, με το επιχείρημα της μείωσης του ενεργειακού κόστους. Η ΡΑΕ δηλώνει υποχρεωμένη από το νόμο να αυξήσει το ΕΤΜΕΑΡ προκειμένου να καλυφθεί το έλλειμμα και να μην υπάρξει «κραχ» στην αγορά ενέργειας και σε ότι την αφορά, μάλλον έχει δίκιο.

Το θέμα είναι πως αυτού του τύπου οι «αυτοματισμοί» της αγοράς, σε συνδυασμό με πολιτικές αποφάσεις σαφούς ταξικής μεροληψίας, απολήγουν στη μετακύλιση του κόστους στους καταναλώτες, λειτουργώντας ως μηχανισμοί αναδιανομής εισοδήματος απ’ τις εργαζόμενες τάξεις στο κεφάλαιο. Υπό αυτήν την έννοια, δεν αποτελούν τεχνικού χαρακτήρα αποφάσεις αλλά πεδίο πολιτικού, δηλαδή ταξικού, ανταγωνισμού. Άλλωστε, είναι οι ίδιοι οι παραγωγοί ΑΠΕ που στην πλειοψηφία τους ξιφουλκούν κατά του συγκεκριμένου τέλους, υπογραμμίζοντας πως ελάχιστα είναι τα ωφέλη από μια αύξησή του, αναφορικά με την ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα [2].

Κατόπιν της αντίδρασης του Παναγιώτη Λαφαζάνη, η ΡΑΕ σκοπεύει να αποσύρει την αύξηση καλώντας όμως το υπουργείο να προτείνει αντισταθμιστικά μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος. Όπως είναι φανερό, ακόμα κι αν αποφευχθεί μία αύξηση των λογαριασμών βραχυπρόθεσμα, το πρόβλημα βρίσκεται στην ίδια τη λειτουργία της αγοράς ενέργειας κι όχι στις «αρρυθμίες» της.

Συμπεράσματα

Σε όλα τα παραπάνω, έρχονται να προστεθούν κι οι πιέσεις εκ μέρους των Ιδιωτών Θερμικών Παραγωγών για επαναφορά του ευνοϊκού πλαισίου τιμολόγησης για τις παρεχόμενες υπηρεσίες διαθεσιμότητας ισχύος, που σχεδόν σίγουρα θ’ αποτυπωθεί και στην τελική τιμή της κιλοβατώρας για τους καταναλωτές. Παράλληλα, μπορει μεν η κυβέρνηση να πέταξε στα σκουπίδια του σχέδιο «μικρή ΔΕΗ», αλλά ούτως ή άλλως ποτέ δεν ήταν το μείζον ζήτημα η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ – άσχετα αν η «μικρή ΔΕΗ» ήταν καλύτερο δυνατό σχέδιο για τους ιδιώτες επενδυτές. Το μείζον ζητούμενη παραμένει η δημιουργία ζωτικού χώρου για την ανάπτυξη κι άλλων καθετοποιημένων επιχειρήσεων (παραγωγής κι εμπορίας) στο χώρο της ενέργειας. Οι «έτοιμοι» κι οι «πρόθυμοι» για κάτι τέτοιο υπάρχουν κι αργά ή γρήγορα η νέα κυβέρνηση θα έρθει αντιμέτωπη μαζί τους, ενώ το σχέδιο της Ε.Ε. για την «ενεργειακή ένωση» θα εντείνει τέτοιου τύπου πιέσεις.

Τα όσα παραπάνω εκθέσαμε, σκιαγραφούν σε αρκετά γενικές γραμμές τη συγκυρία στο χώρο της ενέργειας, αμελώντας μάλιστα τα όσα αφορούν το φυσικό αέριο και τους αγωγούς, αλλά και τα όσα αφορούν τις «εξορύξεις» πετρελαίου, τις ΑΟΖ και άλλα συναφή. Αυτό έγινε σκόπιμα. Στη συγκυρία των ημερών φανερώνεται κι ο ελλιπής τρόπος με τον οποίο η Αριστερά αντιμετωπίζει τα ενεργειακά θέματα: είτε με εργαλείο γεωστρατηγικές αναλύσεις αμφιβόλου ποιότητας κι εγκυρότητας, είτε στη βάσης μιας τεχνολογικής σκοπιάς, όπου κυριαρχεί η αντίθεση ανάμεσα στις τεχνολογίες ορυκτών καυσίμων και τις ΑΠΕ, ψάχνοντας να βρούμε σε ποιές απ’ τις δύο βρίσκεται ο παράδεισος της εργατικής τάξης. Έτσι, χάνεται το πιο κρίσιμο απ’ όλα: ο κομβικός ρόλος που καλείται να παίξει το κράτος, ως ρυθμιστής της αγοράς, ώστε μακροπρόθεσμα να κερδίζουν όλοι (οι επενδυτές).

Βέβαια, σε μια περίοδο ύφεσης όπου η τάση συσσώρευσης κυριαρχείται από τους μηχανισμούς συγκεντροποίησης του κεφαλαίου διεθνώς, με τις νέες επενδύσεις να αφορούν κυρίως τομείς όπου οι αποδόσεις κεφαλαίων είναι εγγυημένες αλλά και το κόστος επένδυσης τεράστιο (πχ. στα δίκτυα ηλεκτρισμού ή φυσικού αερίου που αποτελούν φυσικά μονοπώλια), το «όλοι» σημαίνει οι ισχυρότεροι, άσχετα εάν είναι εγχώριοι επενδυτές ή ξένοι.

Σε αυτό το ρόλο καλείται να ανταποκριθεί (από τη σκοπιά του κεφαλαίου) και η σημερινή ηγεσία του ΥΠΑΠΕΝ, παρόλο που στρατηγικά κοιτάει αλλού. Προκειμένου να λυθεί αυτή η «δυσαρμονία», το υπουργείο θα πρέπει από τη μία να υπολογίζει αντιστάθμιση την αντιστάθμιση προκειμένου να τους έχει όλους ευχαριστημένους κι από την άλλη να βρίσκεται σε μια διαρκή ανταρσία απέναντι σε «αυτοματισμούς» κι «αυτονόητα» της αγοράς. Όσο αναγκαία κι αν είναι αυτά, μακροπρόθεσμα δε λύνουν το πρόβλημα και βραχυπρόθεσμα το συζητάμε…

Με λίγα λόγια, ο ενεργειακός μετασχηματισμός βρίσκεται, αυτή τη στιγμή, αρκετά μακριά για τα άμεσα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ηγεσία του ΥΠΑΠΕΝ, αλλά είναι ταυτόχρονα απόλυτα αναγκαίος για να τα υπερβούμε.

Σημειώσεις

1. Καθώς η παραγωγή ενέργειας αποτελεί κατα μείζονα λόγο, δραστηριότητα έντασης κεφαλαίου, το μισθολογικό κόστος, χωρίς να είναι τελείως αμελητέο, παίζει μικρό ρόλο στην τελική διαμόρφωση της τιμής (κι αυτό κυρίως στις καθετοποιημένες επιχειρήσεις). Αυτό εξηγεί το γιατί χώρες με σχετικά μεγάλο μισθολογικό κόστος, όπως η Σουηδία, έχουν αρκετά χαμηλό ενεργειακό κόστος και το αντίστροφο.

2. Ενδεικτικά: http://www.tovima.gr/finance/article/?aid=686113

Πηγή

2 Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.