Ένα ασφαλιστικό σύστημα για την εποχή της ελαστικής, ευκαιριακής και υποτιμημένης εργασίας

του Χρήστου Βαλλιάνου από το RedNotebook

Το ασφαλιστικό νομοσχέδιο Κατρούγκαλου που κατατέθηκε στη Βουλή και οδεύει προς ψήφιση αμέσως μετά τη σύντομη πασχαλινή χαλάρωση, θα μπορούσε καταρχάς να κριθεί με βάση τις δύσκολα συγκαλυπτόμενες, αλλά απολύτως πραγματικές μειώσεις των παροχών που συνεπάγεται, ιδίως αυτές των μελλοντικών συνταξιούχων – αλλά όχι μόνον αυτών· με βάση, ακόμα, τις εξοντωτικές αυξήσεις των εισφορών για αγρότες και αυτοαπασχολούμενους, την κατάργηση του ΕΚΑΣ, την κατάργηση της κρατικής εγγύησης όσον αφορά τις παροχές του, την κατάργηση του αναδιανεμητικού χαρακτήρα του προηγούμενου συστήματος κλπ.

160428-katrougkalos-630_3-630x418

Μειώσεις

Πράγματι, οι μειώσεις του ύψους των συντάξεων είναι δραματικές, αφορούν τους πάντες και πολύ δύσκολα μπορούν πλέον να καλυφθούν πίσω από τις εξαγγελίες περί «νέου» τρόπου υπολογισμού του ύψους της σύνταξης. Ακόμα και οι ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις θα γνωρίσουν σημαντικές περικοπές, αφού οι διαφημιζόμενες «προσωπικές διαφορές» είναι «στον αέρα», χωρίς εξασφαλισμένους πόρους, ή μάλλον με δεδομένη την …απαγόρευση χρηματοδότησής τους. Κι είναι τουλάχιστον αφέλεια να φαντάζεται κανείς ότι μπορεί να διατηρήσει εφ’ όρου ζωής το προνόμιο που εξασφάλισε με τη συνταξιοδότησή του δυο μήνες πριν την ψήφιση του νέου Ασφαλιστικού, ιδίως όταν, με βάση την «ιστορική πείρα», η επόμενη μεταρρύθμιση θα περιλαμβάνει νέες περικοπές και δεν θα απέχει πέραν της πενταετίας…

Ωστόσο, το να καταδικάζεις το νομοσχέδιο Κατρούγκαλου ως «λαιμητόμο» είναι μισή δουλειά. Εξάλλου, το ότι το νομοσχέδιο οδηγεί σε μειώσεις συντάξεων αισθάνεται υποχρεωμένος να το ομολογήσει και ο ίδιος ο συντάκτης της Εισηγητικής Έκθεσης, ισχυριζόμενος ότι κάποιες «μικρές μειώσεις» είναι συνταγματικά επιτρεπτές «εφ’ όσον δεν υποβαθμίζουν ουσιωδώς το κατεκτημένο επίπεδο διαβίωσης του συνταξιοδοτούμενου». Αυτό που ανενδοίαστα βέβαια αποσιωπάται εδώ είναι ότι αυτές οι διαδοχικές «μικρές μειώσεις» των τελευταίων 5 χρόνων συμποσούνται σε περιστολή συντάξιμων αποδοχών κατά 20-50% μέχρι σήμερα, και έπεται συνέχεια…

Τι επιδιώκει το νομοσχέδιο

Εκείνο λοιπόν που έχει σημασία, πέρα από την καταγγελία της «λαιμητόμου», είναι να δει κανείς τι πραγματικά κάνει ή τι επιχειρεί να κάνει το νομοσχέδιο Κατρούγκαλου. Ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι με το νομοσχέδιο αυτό επιχειρείται «επιτέλους» να αντιστοιχηθεί,  και μάλιστα στον επιβαλλόμενο βαθμό (δηλαδή απόλυτα), το ισχύον ασφαλιστικό σύστημα με τη σύγχρονη πραγματικότητα των εργασιακών σχέσεων που έχουν κυριαρχήσει τα τελευταία είκοσι χρόνια στη χώρα: των σχέσεων της πλήρους αποδιάρθρωσης της απασχόλησης, της ευκαιριακής εργασίας με μπλοκάκι, της αδήλωτης μαύρης εργασίας, και βεβαίως της μόνιμα εγκατεστημένης υψηλής ανεργίας.

Είναι σαφές ότι ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους «επινοήθηκαν» οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης (20% του συνόλου των νέων συμβάσεων εργασίας το 2012, 50% το 2015, 55% σήμερα, με προοπτική περαιτέρω αύξησής τους ως το τέλος του 2016, επί Κυβέρνησης Αριστεράς) ήταν η ελαχιστοποίηση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών. Κι αυτό, πέραν βεβαίως της παράκαμψης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, της ένταξης μιας ειδικότητας στα ΒΑΕ, της απογύμνωσης του εργαζόμενου από κάθε διεκδικητικό περιβάλλον κλπ, που επίσης συνέβαλαν έμμεσα σε μια περαιτέρω συρρίκνωση των εργοδοτικών εισφορών. Αξίζει να σημειωθεί εδώ η πρακτική της καταβολής ενσήμου για τετράωρη απασχόληση, όταν η πραγματική υπερβαίνει κατά πολύ το οκτάωρο, σε συνδυασμό με την εξοντωτική και παράνομη κατάργηση του ρεπό. Η πρακτική αυτή, αποτελεί κανόνα σε κλάδους όπως ο τουριστικός, της εστίασης κλπ, όπου ουσιαστικά η παράλυση ή η διαφθορά των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους «συνεργάζεται» με την άμβλυνση της ασφαλιστικής συνείδησης των εργαζόμενων. Είναι δε γεγονός ότι δεν είναι λίγοι όσοι, υπό την απειλή της ανεργίας, και προκειμένου να διατηρήσουν τη δουλειά τους, προτείνουν οι ίδιοι στον εργοδότη τους την απόκρυψη των πραγματικών ωρών απασχόλησής τους.

Η πλήρης απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, που χοντρικά έστειλε στα αζήτητα την κάποτε αυτονόητη μόνιμη και σταθερή δουλειά, μετατρέποντας τον εργαζόμενο σε «απασχολήσιμο» που συγκεντρώνει ένα εισόδημα επιβίωσης, θρυμματίζοντας το χρόνο του σε τρίωρα και τετράωρα, σε πεντάμηνα και εξάμηνα, δεν ήταν δυνατόν να αποφύγει την κατακρήμνιση των εργοδοτικών εισφορών των ταμείων, τη στιγμή μάλιστα που αυτός ήταν ένας κρίσιμος στόχος της. Έχει σημασία να το υπογραμμίζουμε αυτό σε όλους τους τόνους, γιατί για το σημερινό αδιέξοδο του ασφαλιστικού δεν είναι άμοιροι ευθυνών όσοι επί σειρά ετών κράτησαν αιδήμονα σιωπή απέναντι στα αλλεπάλληλα μέτρα ελαστικοποίησης της εργασίας και νομιμοποίησης της ενοικίασης, της συγκάλυψης της εξαρτημένης εργασίας με το μπλοκάκι κλπ. Αναφέρομαι πριν απ’ όλα στη ΓΣΕΕ, που οι σημερινές της διαμαρτυρίες κατά της «λεηλασίας των συντάξεων» ούτε πειστικές είναι, ούτε ηθικό έρεισμα διαθέτουν.

Πώς απαντά, λοιπόν, η μεταρρύθμιση  Κατρούγκαλου απέναντι σ’ αυτό το τοπίο νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας;

Πρώτον, με την καθιέρωση ενός επιδόματος «εθνικής σύνταξης», που έχει το νόημα της υποτυπώδους προνοιακής μέριμνας για ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, το οποίο με τα θεσπιζόμενα μέτρα αδυνατεί να συγκεντρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, με προφανή τον κίνδυνο για την κοινωνική συνοχή. Και δεύτερον, με την απόσυρση του κράτους από οποιαδήποτε άλλη δέσμευση ή υποχρέωση του παρελθόντος, αφού το μέρος των συντάξιμων αποδοχών πέραν της εθνικής σύνταξης θα είναι πλήρως ανταποδοτικό χωρίς καμιά κρατική συμμετοχή. Το κράτος, αφού προηγουμένως οργάνωσε τη μέγιστη δυνατή απαλλαγή της εργοδοσίας από το βάρος της συμμετοχής της στην κοινωνική ασφάλιση, αποσύρεται βαθμιαία και από το βάρος της δικής του συμμετοχής: Με βάση τα επίσημα στοιχεία, η συμμετοχή του Δημοσίου στις συνολικές συνταξιοδοτικές δαπάνες κατά τη μνημονιακή περίοδο μειώθηκε από τα 16 δις  στα 8 δις και με τη νέα μεταρρύθμιση μειώνεται περαιτέρω. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η κοινωνική ασφάλιση από σύστημα τριμερούς χρηματοδότησης μετασχηματίζεται πλέον σε κάτι που μοιάζει με αυτασφάλιση των εργαζόμενων με στοιχεία προνοιακής μέριμνας για τους οικονομικά ασθενέστερους.

Με άλλα λόγια, η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου απαντά στα προβλήματα «βιωσιμότητας των ταμείων» με τον ίδιο τρόπο όπως και όλες οι προηγηθείσες μεταρρυθμίσεις ή απόπειρες μεταρρυθμίσεων (από αυτή του Σιούφα το 1993, μέχρι την πιο πρόσφατη των Λοβέρδου – Κουτρουμάνου), αλλά με πολύ μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Λέμε «με τον ίδιο τρόπο», γιατί και αυτή, όπως και οι προηγούμενες, θεωρεί ως δεδομένη την προϊούσα απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, την εργοδοτική παραβατικότητα της αδήλωτης μαύρης ή γκρίζας εργασίας, το σύνολο των συνθηκών που ορίζουν το πλαίσιο κοινωνικής υποτίμησης της εργασίας, και στην καλύτερη περίπτωση διαχειρίζεται τα αποτελέσματά τους. Στη χειρότερη, νομιμοποιεί και εμπεδώνει περαιτέρω τις ελαστικοποιημένες μορφές εργασίας, προωθεί περαιτέρω τις ήδη υπαρκτές πιέσεις προλεταριοποίησης των μικρομεσαίων αυτοαπασχολούμενων επαγγελματιών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου θα είναι η τελευταία και οριστική. Εδώ συμβαίνει κάτι ανάλογο με αυτό που συμβαίνει με τα αλλεπάλληλα μνημόνια: επειδή υποτιμούν σταθερά τον υφεσιακό χαρακτήρα των μέτρων που θεσπίζουν, δημιουργούν μεγαλύτερα ελλείμματα από αυτά που προϋπολογίζουν, οδηγώντας σε μια ατέρμονα αναζήτηση νέων (τώρα πλέον και προληπτικών…) μέτρων κάλυψης των ατιθάσευτων δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, η σαφής αναντιστοιχία μεταξύ διογκωμένων εισφορών και των αναμενόμενων συνταξιοδοτικών παροχών, όπως έχει σημειωθεί ευρέως, θα οδηγήσει σε μια γενικευμένη προσπάθεια αποφυγής με κάθε δυνατό τρόπο της καταβολής των εισφορών, ειδικά από τους ελεύθερους επαγγελματίες, επιτείνοντας τα ελλείμματα των ταμείων.

Σε όσα πολύ συνοπτικά προηγήθηκαν, δεν έγινε κανένας λόγος για τις «απαιτήσεις των δανειστών» που με τους «εκβιασμούς» τους εξαναγκάζουν την ελληνική κυβέρνηση να συναινέσει στη λήψη τέτοιων μέτρων εξαθλίωσης ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Όχι ότι δεν υπήρξαν τέτοιες έξωθεν πιέσεις. Ωστόσο, οι πιέσεις αυτές δεν θα είχαν καμιά τύχη αν δεν συναντούσαν μια «κοινωνική δυναμική» ιδιαίτερα αισθητή ήδη από την εποχή του καθηγητή Σπράου, την εποχή της νεανικής ακμής του ελληνικού νεοφιλελεύθερου εγχειρήματος. Για να φανούμε λοιπόν δίκαιοι απέναντι στον επικεφαλής των Σοφών της εποχής Σημίτη, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου οφείλει πολύ περισσότερα στις ιδέες και τις επεξεργασίες των καθηγητών Σπράου και Γιαννίτση, που κάποτε συνένωσαν  -και δικαίως- το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας εναντίον τους, απ’ ό,τι στις σημερινές υποδείξεις των εμπειρογνωμόνων  του ΔΝΤ και της ΕΕ.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.