Γιατί φύγαμε από τη χώρα μας;

της Νάσιας Ντάλλα* από το 3pointmagazine

Ένα χρόνο πριν ετοίμαζα τα πράγματα μου να ταξιδέψω για τρεις μήνες. Η πρώτη φορά που θα έμενα κάπου εκτός Ελλάδας. Ένα χρόνο πριν ένιωθα κάπως τη ζωή μου σαν ένα αεροδρόμιο. Ένα αεροδρόμιο που βλέπει τα αεροπλάνα να πηγαίνουν και να έρχονται, αλλά παραμένει εκεί σταθερό. Παρατηρεί τον κόσμο να φεύγει, να ταξιδεύει, να επιστρέφει, να αναζητεί τις ευκαιρίες της ζωής του, να ψάχνει το μέλλον του… Έφυγαν συγγενείς, φίλοι αδερφικοί, έρωτες, όλες οι σταθερές της ζωής μου. Κι εγώ παρέμεινα εδώ, να τους αγαπώ, να τους περιμένω, να πηγαίνω να τους βλέπω.

Και ήρθε η ώρα να φύγω κι εγώ. Οι τρεις μήνες έγιναν ήδη ένας χρόνος. Και ξαναναρωτιέμαι, τι είναι αυτό που μας έκανε όλους να φύγουμε;

Φύγαμε για άπειρούς λόγους, που είναι πιο εύκολο να τους εξηγήσουμε. Η Ελλάδα της κρίσης έδιωξε τα παιδιά της, εξόρισε τη γενιά μας σε βαθμούς μετανάστευσης που δεν έχουν ξαναεμφανιστεί τα τελευταία aeras-750x400χρόνια. Ανεργία, μιζέρια, απραξία. Πάμε να δημιουργήσουμε το μέλλον μας έξω, σε άλλες χώρες και σε άλλους ηπείρους. Πάμε να σπουδάσουμε, γιατί το πρότυπο που μας επιβάλλεται πια δεν μπορεί να δεχθεί ανθρώπους χωρίς πέντε μεταπτυχιακά και διδακτορικά. Και ακόμα και με αυτά, οι νέοι μας δεν μπορούν να απορροφηθούν, δεν μπορούν να πάρουν ούτε το ελάχιστο που τους αναλογεί. Υπάρχουν κι άλλοι που το πάλεψαν πολύ, δεν ήταν άνεργοι, δεν ήταν άεργοι, άλλα έχουν μεγαλύτερες φιλοδοξίες και όνειρα. Ξέρουν ότι παραμένοντας στην Ελλάδα, το επίπεδο εξέλιξης τους θα έχει όρια. Άλλοι έφυγαν για να ξεφύγουν από τα κοινωνικά κατάλοιπα που τους εγκλώβισαν και δεν τους άφησαν να εξελιχθούν σαν άνθρωποι.

Συζητάω με τους φίλους μου, αναλογίζομαι με τον εαυτό μου, προσπαθώ να καταλάβω αν είναι (είμαι?) χαρούμενοι με τις επιλογές τους, αν βρήκαν αυτό που έψαχναν. Ξέρω σίγουρα πως η Ελλάδα λείπει σε όλους. Λείπουν οι άνθρωποι που αγάπησαν και μεγάλωσαν μαζί, λείπει ο ήλιος, λείπει η ελευθερία που έχουμε. Οι περισσότεροι θέλουν να γυρίσουν, αλλά δεν ξέρουν αν θα το κάνουν. Λίγοι θα επιστρέψουν πιστεύω πια. Δε ξέρω πως θα ανεχτεί κάποιος που έμαθε να δουλεύει αξιοκρατικά, να γυρίσει σε ένα σύστημα εργασίας, που όσο και αν θέλουμε να το αλλάξουμε παραμένει αρκετά συντηρητικό και λειτουργεί με τη νοοτροπία του «γνωστού» και του «μέσου». Δε ξέρω πως ένας άνθρωπος που δέχτηκε ισότητα ανεξαρτήτως εμφάνισης, σεξουαλικής ή φυλετικής ταυτότητας θα επιστρέψει σε ένα μέρος που τα ίχνη ρατσισμού τον διέπουν ακόμα σε τόσο έντονο βαθμό. Και από ένα σημείο και έπειτα, η συνήθεια γίνεται ακόμα μεγαλύτερος πόλος έλξης προς την αντίθετη πλευρά. Διάβασα πως χρειάζονται πέντε χρόνια να μείνεις κάπου για να νιώσεις πλήρως ενσωματωμένος πια. Μη νομίζεις, τα πέντε χρόνια περνάνε γρήγορα.

Και μετά αναρωτιέμαι, γιατί μείναμε;

Ξέρω πως κι εγώ έφυγα. Ξέρω πως ανέκαθεν ήμουν η πρώτη που υπερασπιζόμουν όσους ήθελαν να ταξιδέψουν, να μείνουν έξω, να ζήσουν εμπειρίες διαφορετικές, να απεγκλωβιστούν και να ανοίξουν τα φτερά τους. Και τελικά ήμουν η μόνη που έμεινα για πολύ παραπάνω από τους φίλους μου που δεν ήθελαν ποτέ να φύγουν. Μη νομίζεις πως έφυγα γιατί δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω. Μη νομίζεις πως ήθελα να φύγω. Μέσα σ’ αυτή τη κρίση, ήμουν κι εγώ εκεί δίπλα σου, να τρέχω όλη μέρα να κυνηγάω τα όνειρα μου και να μη τα φτάνω ποτέ.

Μέσα σ’ όλη αυτή την ασκήμια και τη δυσκολία όμως, είδα και κάποια όμορφα πράγματα να φυτρώνουν που με κράτησαν για παραπάνω. Αυτή η κρίση κάπως ανέδειξε νέους τρόπους και μας έβγαλε έξω από το καβούκι μας και τη σιγουριά μας. Μάθαμε λίγο να ελισσόμαστε και να μπορούμε να ανταπεξέλθουμε σε ποίκιλες καταστάσεις, αλλάξαμε τη σκέψη μας γιατί μας κούρασε η παλιά. Απογοητευτήκαμε πολλές φορές δε λέω, αλλά συνεχίσαμε.

Όταν βλέπω ανθρώπους που δημιουργούν μέσα από όλη αυτή τη καταπίεση, μου δίνουν κουράγιο, με κάνουν να νιώθω πως υπάρχει ελπίδα για όλους μας. Για κάποιους λειτούργησε λυτρωτικά αυτή η κρίση, γιατί πείσμωσαν και αποφάσισαν να μην ενδώσουν. Και αυτό το πείσμα και αυτό το πλήθος που νιώθει τα ίδια μεγαλώνει. Οι άνθρωποι σαν να ήρθαν λίγο πιο κοντά, γιατί ένιωσαν τις ανάγκες τους να γίνονται αλληλένδετες και τις συζήτησαν και τις διαμόρφωσαν.

Και τώρα ένα χρόνο μετά, η ζωή μου, οι ζωές μας, έχουν γίνει ένα ακόμα μεγαλύτερο αεροδρόμιο. Πετάς από δω, πετάς από κει, ψάχνεις να βρεις τη χαρά σου και το μέλλον σου. Κοιτάς ψηλά, έχεις στόχους πια. Το μέλλον σου είναι εδώ και είσαι πια υπεύθυνος για αυτό. Και το μέλλον σου θα κρίνει πόσο ευτυχισμένος σου μέλλει να γίνεις σ’αυτή τη ζωή. Γιάτι πάντα κάτι θα θυσιάσεις και πάντα κάτι θα κερδίσεις.

Από τη στιγμή που θα φύγεις, θα βρεις ευκαιρίες. Αφού περάσει το δύσκολο βήμα των πρώτων μηνών, οι επιλογές είναι πολύ παραπάνω από όσο νομίζεις. Απλά ποτέ δε ξέρεις που θέλεις να χτίσεις τα όνειρα σου. Κι ενώ ξέρεις γιατί έφυγες, πια δε ξέρεις που θέλεις να μείνεις. Θα κερδίσεις όμως. Αυτά που πολλές φορές σε έκαναν να νιώσεις αδικημένος δεν υπάρχουν πια. Θα κερδίσεις. Γιατί το να φύγεις από τη χώρα σου και να ζήσεις σε μια άλλη είναι από μόνο του μια τρομερή εμπειρία, που σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, βγάζοντας σε από την ζώνη της ασφάλειας σου.

Αλλά θα χάσεις μαζί με αυτό. Πρώτα τους αγαπημένους σου.

Μετά, αυτό που μου έλειψε πιο πολύ απ’ όλα, είναι αυτή η ευτυχία που νιώθεις τη στιγμή που ανοίγεις τη μπαλκονόπορτα, αυτά τα βράδια του καλοκαιριού, και γεμίζει ο χώρος με τη μυρωδιά του γιασεμιού και του νυχτολούλουδου.
Ή τα γέλια των γειτόνων.
Ή τα φωτεινά χαμόγελα κάτω από τον ήλιο.
Ή αυτός ο ήχος του μπουζουκιού στα Εξάρχεια και στο Μοναστηράκι που ακούγεται απ’ αυτό το καφενείο.
Ή με λίγα λόγια, η απλότητα και ομορφιά της χώρας μας που δε περιγράφεται εύκολα με λόγια.
Και ξέρω πως όλοι που φύγαμε σκεφτόμαστε το ίδιο. Ο καθένας με τη δική του μυρωδιά. Με τη δική του μουσική. Και τις δικιές του φωνές.

*η Νάσια είναι ιδρυτικό μέλος της ΤΟΜΗς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.