Η αναβίωση του κινηματογράφου


Στην τελευταία του «αυλαία» δυστυχώς είναι ο μόνος κινηματογράφος της οδού Σταδίου, αφού ο «Εσπερος» και το «Σπλέντιτ» έχουν πάψει να λειτουργούν από δεκαετίες, ενώ το «Αττικόν» και ο «Απόλλων» είχαν καταστραφεί στις 12 Φεβρουαρίου 2012 κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, και από τότε δεν έχουν αποκατασταθεί.

Η προϊστορία

Το «Αστορ» έχει ενδιαφέρουσα προϊ­στορία. Στον ίδιο χώρο προϋπήρχε ένα χαμηλό κτίριο, στο οποίο από το 1908 έως το 1920 στεγάστηκε το περίφημο «Παλλάς», που ήταν ο πρώτος χειμερινός κινηματογράφος της Αθήνας.

Κατεδαφίστηκε στον Μεσοπόλεμο για να κατασκευαστεί το μέγαρο Εφεσίου, στα υπόγεια του οποίου το 1940 λειτούργησε το «Σινέ Νιους» που πρόβαλλε διεθνή επίκαιρα, όπως μας πληροφορεί ο Δημήτρης Φύσσας στο έργο του «Τα σινεμά της Αθήνας – Ιστορίες αστικού τοπίου», στο οποίο αποτυπώνει με συστηματικό τρόπο την ταυτότητα των 550 κινηματογραφικών αιθουσών που λειτούργησαν στην πρωτεύουσα από 1896 ώς το 2013.

Ο κινηματογράφος οφείλει τη γνωστή ώς τις ημέρες μας ονομασία του στον εκκεντρικό πολυεκατομμυριούχο Τζον Τζέικοπ Αστορ (1763-1845), ο οποίος ήταν ο δημιουργός του πρώτου εμπορικού τραστ στις ΗΠΑ. Παρά την αμερικανικής επιρροής ονομασία του, ο νέος κινηματογράφος λειτουργούσε υπό την αιγίδα της βρετανικής πρεσβείας, που στεγαζόταν στους πάνω ορόφους του κτιρίου, και για χρόνια πρόβαλλε μόνον ταινίες της λονδρέζικης εταιρείας «Eagle Lion».

Ως «Σινέ Αστορ» εγκαινιάστηκε στις 24 Οκτωβρίου του 1947 με την προβολή της ιστορικής ταινίας «Μεγάλες προσδοκίες», σε σκηνοθεσία του Ντέιβιντ Λιν, που βασίζεται στο γνωστό έργο του Κάρολου Ντίκενς. Ηταν υποψήφια για πέντε Οσκαρ και κέρδισε τελικώς δύο.

Πολύ γρήγορα -και υπό τη διεύθυνση του επιχειρηματία Δ.Π. Σκούρα- απέκτησε μεγαλύτερο ρεπερτόριο και εντάχθηκε στις αίθουσες ταινιών πρώτης προβολής. Σε αυτό συνέβαλε η πολυτελής εξωτερική και κυρίως εσωτερική διακόσμηση, ενώ οι κινηματογραφικοί χώροι επεκτάθηκαν και έφτασαν να διαθέτουν 800 θέσεις, μαζί με τον εξώστη. Μάλιστα ήταν η πρώτη αίθουσα που εγκαινίασε τις αριθμημένες θέσεις.

Τα επιχειρηματικά προβλήματα είχαν ξεκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ο κινηματογράφος έκλεισε το 1986 και λίγο αργότερα μετατράπηκε σε θέατρο που φιλοξένησε κατά καιρούς τους θιάσους του Νίκου Ρίζου και του Θύμιου Καρακατσάνη. Το 1990 επιστρέφει στις κινηματογραφικές προβολές, για να κλείσει λίγα χρόνια μετά και να ανοίξει πάλι το 2000, αυτή τη φορά ως αίθουσα με τρισδιάστατη εικόνα, αλλά μόνο για μία πενταετία.

Το μέγαρο Εφεσίου

Ο «επτάψυχος» κινηματογράφος βρίσκεται στα «σπλάχνα» του εγκαταλελειμμένου από χρόνια μεγάρου Εφεσίου. Το κτίριο κατασκευάστηκε την περίοδο 1923-28 για λογαριασμό του τραπεζίτη Σπυρίδωνα Εφέσιου, αλλά στη δεκαετία του 1950 πουλήθηκε από τους κληρονόμους του στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ). Είχε αναθέσει τα σχέδια στον συγγενή του Βασίλη Τσαγκρή (1882-1942).

Με καταγωγή από το Ναύπλιο, είχε σπουδάσει στην αρχή πολιτικός μηχανικός στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο και μετά την αποφοίτησή του είχε δουλέψει για ένα διάστημα στην τεχνική υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων. Το 1910 πήγε στη Βιέννη, όπου παρακολούθησε μαθήματα αρχιτεκτονικής και εργάστηκε σε σπουδαία γραφεία της αυστριακής πρωτεύουσας.

Επέστρεψε στην Αθήνα μετά μία δεκαετία και μετείχε στην επιτροπή για το νέο πολεοδομικό σχέδιο της πρωτεύουσας, που όπως και τα προηγούμενα -αλλά και τα επόμενα- έμεινε στα χαρτιά… Για περισσότερα από δέκα χρόνια ήταν ο πιο δραστήριος αρχιτέκτονας, έχοντας σχεδιάσει το κτίριο Ανταποκριτών Ξένου Τύπου, το θέατρο «Αθηνών», τον αρχικό πυρήνα του Αντικαρκινικού Νοσοκομείου και τις πολυτελείς κατοικίες πολλών επωνύμων της εποχής, που καθιέρωσαν το περίφημο «στιλ Τσαγκρή». Χαρακτηρίζει την εποχή των «ανησυχιών» της ελληνικής αρχιτεκτονικής, λίγο πριν από το τέλος του νεοκλασικισμού και τη δυναμική εμφάνιση του μοντερνισμού, όπως επισημαίνει ο καθηγητής του Πολυτεχνείου Νίκος Χολέβας στη μονογραφία του για τον Bασίλη Τσαγκρή.

Μοναδικό δείγμα

Το μέγαρο Εφεσίου, που θεωρείται έργο της ωριμότητας του Β. Τσαγκρή και αποτελεί μοναδικό δείγμα της βιεννέζικης σχολής του Οτο Βάγκνερ στην Αθήνα, δικαίως περιλαμβάνεται στον κατάλογο με τα 100 σπουδαιότερα κτίρια της ελληνικής αρχιτεκτονικής στον 20ό αιώνα που έχει εκπονήσει το Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής. Από το 1981 το εκλεκτικιστικό κτίριο έχει χαρακτηριστεί έργο τέχνης και οι όποιες παρεμβάσεις προϋποθέτουν ειδική έγκριση.

Η κομψή πρόσοψη του μεγάρου αποκαλύπτει ένα «παιχνίδι» με μπαλκόνια και ανοίγματα, χωρίς όμως να χάνεται η γεωμετρική συμμετρία του συνόλου. Κυριαρχούν οι διπλές παραστάδες που διατάσσονται σε τρεις ζώνες και χωρίζουν το κτίριο σε οριζόντιους άξονες. Είναι όμως σαφής και η κάθετη διάταξη των χώρων, αφού το συνεχόμενο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου αποτελεί το σύνορο ανάμεσα στην πρώτη ζώνη του ισογείου και του ημιωρόφου, με το κυρίως κτίριο που φτάνει ώς τον τέταρτο όροφο. Ο τελευταίος όροφος διαφοροποιείται με το προεξέχον γείσο και τις γύψινες διακοσμήσεις του.

Το 2002, με μελέτη της Εταιρείας Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων, απομακρύνθηκαν οι μεταγενέστερες ακαλαίσθητες προσθήκες και αποκαταστάθηκε η όψη με κατάλληλους χρωματισμούς.

1. Το μπετόν

Το μέγαρο Εφεσίου είναι ένα από τα πρώτα κτίρια της πρωτεύουσας στο οποίο δοκιμάστηκε το μπετόν στις οικοδομές. Η πρώτη χρήση του είχε περιοριστεί στην αντικατάσταση των ξύλινων πατωμάτων και των σιδηροδοκών, επέτρεψε όμως την κατασκευή μεγαλύτερων ανοιγμάτων που είναι απαραίτητα για εμπορικές χρήσεις και αίθουσες ψυχαγωγίας, καθώς και οικοδομών με περισσότερους από τρεις ορόφους.

2. Στιλ Τσαγκρή

Το περίφημο «στιλ Τσαγκρή» συνδέεται και με τις πολιτικοοικονομικές συνθήκες της εποχής. Η εθνική καταστροφή του 1922 έφερε στην Ελλάδα και αρχιτέκτονες από τις ακμάζουσες πόλεις της Μικράς Ασίας με το δικό τους «λεξιλόγιο». Οι νέες πολυκατοικίες είχαν πιο καθαρή μορφή, αλλά και ένα ιδιαίτερο ύφος που εφάρμοσε ο πληθωρικός δημιουργός πρώτη φορά στο τριώροφο της οδού Παρασίου, κοντά στην πλατεία Βικτωρίας. Οπως και στις πολυκατοικίες που ακολούθησαν, ο Βασίλης Τσαγκρής χρησιμοποίησε το τριπλό μεσαίο παράθυρο και το γείσο στην οροφή. Τα κιγκλιδώματα στα μπαλκόνια αποκτούν γεωμετρικά σχήματα, σε αντίθεση με τα «δαντελένια» στολίδια της περιόδου του κλασικισμού.

3. Το «Κάουφμαν»

Στο ισόγειο, δίπλα στην αρχική είσοδο του κινηματογράφου, λειτούργησε από το 1920 το ιστορικό βιβλιοπωλείο «Κάουφμαν», που καταστράφηκε από πυρκαγιά το 2011. Ηταν το πρώτο που πουλούσε γαλλικά βιβλία στην Αθήνα και ιδρυτής του ήταν ο Ελβετός Ερμαν Κάουφμαν.

Φωτογραφίες: Βασίλης Μαθιουδάκης

Πηγή : http://www.efsyn.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.