Έρευνα, καινοτομία και παραγωγική ανασυγκρότηση: να ψηλώσουμε τον πήχη

Του Γιώργου Σταμπουλή*

Η πολιτική για την έρευνα και την καινοτομία έχει στην Ελλάδα ιστορία 30 ετών. Ο απολογισμός είναι εξαιρετικά απογοητευτικός στη χώρα που θέλει να κομπάζει για τα επιτεύγματα στα γράμματα, τις τέχνες και το «ελληνικό δαιμόνιο». Ο «έγκυρος» δείκτης της ακαθάριστης δαπάνης σε Ε&Α (ΑΔΕ&Α) πάντα υστερούσε σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και σήμερα είναι περίπου 0,6% του ΑΕΠ. Πιο προβληματική είναι η σύνθεση του δείκτη. Η καινοτομική δραστηριότητα του ιδιωτικού τομέα είναι μικρή και έχει αμυντικό και μιμητικό χαρακτήρα, καθώς η καινοτομία προϊόντος υστερεί.

Η εξέλιξη του συστήματος Ε&Τ και της αντίστοιχης πολιτικής καθορίσθηκε από την παραπάνω σχέση. Με την αδυναμία των παραγωγικών υποκειμένων η πολιτική χαράχτηκε κύρια από τους ακαδημαϊκούς και παρέμεινε πολιτική τεχνολογικής ώθησης. Η αύξηση της Ε&Α στηρίχτηκε κυρίως σε κοινοτικούς πόρους και οδήγησε στην αυτόνομη ανάπτυξη της ερευνητική δομής, σε εν γένει αναντιστοιχία με τον παραγωγικό ιστό και τις κοινωνικές ανάγκες. Η ερευνητική δραστηριότητα εντασσόταν ευκολότερα σε έναν ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας και αξιοποιούνταν όπως και τα ερευνητικά αποτελέσματα από άλλες οικονομίες. Παράλληλα περιθωριοποιούνταν η σχέση με την εγχώρια παραγωγική δραστηριότητα.

Σήμερα οι ερευνητικές και τεχνολογικές δραστηριότητες στο Δημόσιο ελέγχονται από πληθώρα υπουργείων και φορέων. Το πρόβλημα αφορά και στην απουσία οργανικής σύνδεσης με τις κοινωνικές ανάγκες και προβλήματα και με τις δημόσιες επενδύσεις και προμήθειες. Απαιτείται επιτελικός σχεδιασμός, που θα συνδέει την πρόνοια για κοινωνικές και πολιτικές προτεραιότητες με την επένδυση σε Ε&Τ. Στον σχεδιασμό θα πρέπει να εξασφαλίζεται η συμμετοχή των δρώντων σε πολλαπλά επίπεδα: εθνικό, περιφερειακό και παραγωγικού συμπλέγματος.

Πολιτική χαμηλών προσδοκιών;

Οι προηγούμενες κυβερνήσεις έχουν θέσει ένα σχετικά χαμηλό στόχο αύξησης της ΑΔΕ&Α, στο 1,2% του ΑΕΠ για το 2020, όταν ο Ευρωπαϊκός στόχος είναι το 3%. Αυτό φαίνεται βέβαια φιλόδοξο όταν ξεκινάμε από το 0,6%, αλλά παράγει δυσμενείς συνέπειες όταν ληφθεί υπόψη το «έλλειμα ταλέντου» στην Ευρώπη. Σε αντίθεση με άλλες χώρες, η Ελλάδα όχι μόνο δεν προσελκύει απόδημους επιστήμονες, αλλά χάνει και αυτούς που μέχρι τώρα συγκρατούσε. Με την επέλαση της κρίσης και την επίθεση στο δημόσιο πανεπιστήμιο, η διαρροή επιστημονικού δυναμικού (brain drain) κλιμακώθηκε, ενώ η βιωσιμότητα (αναπαραγωγή) των υφιστάμενων ερευνητικών δραστηριοτήτων τίθεται σε κίνδυνο. Η διαρροή επιστημονικού δυναμικού (brain drain) δεν οφείλεται μόνο στην απουσία προοπτικής, αλλά και στον «πόλεμο ταλέντου» που εκτυλίσσεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Η κρίση έδωσε την ευκαιρία στους «εταίρους» να λεηλατήσουν τη σημαντικότερη επένδυση της ελληνικής κοινωνίας. Η πρόκληση είναι να αναστρέψει την τάση και να προσελκύσει Έλληνες και ξένους σε δημόσιες και ιδιωτικές ερευνητικές και καινοτομικές δραστηριότητες.

Η αύξηση του στόχου της ΑΔΕ&Α στο 2% του ΑΕΠ θα σημάνει την αντίστοιχη ανάπτυξη της δραστηριότητας και την προσέλκυση του δυναμικού με αποφασιστικά μέτρα. Σε πρακτικούς όρους, αυτό σημαίνει ενίσχυση της δημόσιας δραστηριότητας Ε&Α, αλλά κυρίως κλιμάκωση της καινοτομικής δραστηριότητας στον ιδιωτικό τομέα. Τούτο μεταφράζεται σε ενίσχυση της καινοτομικής δραστηριότητας των ΜμΕ και εμπλουτισμό του παραγωγικού οικοσυστήματος με νέα υποκείμενα: απαιτούνται περίπου 10.000 νέες επιχειρήσεις έντασης γνώσης και δημιουργικότητας (νεοφυείς, τεχνοβλαστοί και συνεταιρισμοί – κοπερατίβες γνώσης και δημιουργικότητας) στην επόμενη προγραμματική περίοδο. Για να επιτευχθούν οι παραπάνω στόχοι, οι πόροι του νέου ΕΣΠΑ θα πρέπει να ενισχύσουν πολλαπλάσια εγχειρήματα, τουλάχιστον διπλάσια. Αυτό απαιτεί τον αναπροσανατολισμό πόρων από δράσεις που συντηρούν ένα παρασιτικό σύστημα (δήθεν κατάρτιση, επιδότηση επισφαλούς εργασίας κ.λπ.) στην επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας και τις δημιουργικές ικανότητές του.

Οι δύο άξονες δράσης στοχεύουν στην αξιοποίηση και επανάκαμψη του διαρρέοντος επιστημονικού δυναμικού, με άμεσα μέτρα, και στην ανάδειξη αξιόπιστων «εταίρων» της ερευνητικής κοινότητας, με την απαραίτητη αφομοιωτική ικανότητα, ώστε να μπορούν να συνομιλήσουν και να αξιοποιήσουν την παραγόμενη έρευνα. Θα αποτελέσει και ισχυρό και αξιόπιστο σήμα προς τους νέους επιστήμονες και θα παραγάγει πολλαπλάσιες μόνιμες και ποιοτικές θέσεις εργασίας.

Απαιτείται, τέλος, η ανάπτυξη του ανάλογου οικοσυστήματος της νέας επιχειρηματικότητας με μηχανισμούς υποστήριξης στα διαδοχικά στάδια, από την εκκόλαψη μέχρι την κλιμάκωση των παραγωγικών εγχειρημάτων. Περιλαμβάνει τις ΜμΕ και νεοφυείς επιχειρήσεις και τη δικτύωσή τους, τους -δημόσιους και ιδιωτικούς- χώρους συνάντησης, συνεργασίας και εκκόλαψης (θερμοκοιτίδες, «επιταχυντές» κ.λπ.), δίκτυα μεντόρων και δίκτυα μάθησης, θεσμούς εναλλακτικής χρηματοδότησης και επένδυσης – crowdfunding, crowdsourcing, πιστωτικούς συνεταιρισμούς, θεσμούς μικρο-πίστωσης κ.ο.κ. Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα έχουν πολλαπλό ρόλο: παραγωγή ταλέντου, φιλοξενία δομών και πρωτοβουλιών, παροχή τεχνικής υποστήριξης, διεθνή δικτύωση και πρόσβαση στο παγκόσμιο «κοινότητα της γνώσης» κ.λπ.

* Ο Γιώργος Σταμπούλης είναι λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, δρ. Επιστημονικής και Τεχνολογικής Πολιτικής

Πηγή: Αυγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.