Η γη δεν είναι πράγμα, αλλά σχέση

Από τη συνάδελφο Φερενίκη Βαταβάλη στην Εποχή, για το βιβλίο του Κωστή Χατζημιχάλη “Κρίση χρέους και υφαρπαγή γης” (εκδόσεις ΚΨΜ)

Ο Κωστής Χατζημιχάλης, περπατώντας πάνω σε κινούμενη άμμο και με όλο το συναισθηματικό βάρος που συνεπάγεται η ενασχόληση με ένα θέμα επίκαιρο και με πρωτοφανείς -για τα ελληνικά δεδομένα- κοινωνικές προεκτάσεις, μας προσέφερε στα τέλη του 2014 το βιβλίο «Κρίση χρέους και υφαρπαγή γης». Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του, το βιβλίο περιστρέφεται γύρω από την υφαρπαγή της γης, ένα θέμα που έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο πολιτικών επεξεργασιών, ακαδημαϊκών δραστηριοτήτων και κινηματικών διεργασιών στον τόπο μας, και όχι μόνο, και το οποίο αποτελεί πολύτιμη συνεισφορά στην κατανόηση και μαζί στη χαρτογράφηση της πολυμορφίας των διαδικασιών που τα τελευταία πέντε χρόνια εξελίχθηκαν στην Ελλάδα γύρω από τη γη, την κατοχή και τη χρήση της. Αποτελεί παράλληλα μία εξαιρετική απόπειρα να ταξινομηθεί και να συντεθεί η κατακερματισμένη γνώση και εμπειρία που αποκτήσαμε πολλοί και πολλές από εμάς τα τελευταία χρόνια. Ταυτόχρονα βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με τις διεθνείς τάσεις και με αυτό τον τρόπο αποτελεί σημαντική συμβολή στην ευρύτερη συζήτηση των τελευταίων χρόνων για τη σημασία της γης στις διαδικασίες καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Το βιβλίο διαπερνάται από ορισμένα βασικά ερωτήματα: Τι είναι η υφαρπαγή της γης; Ποια είναι η σχέση της με την κρίση χρέους; Τι μορφές παίρνει διεθνώς και πώς υποστηρίζεται από νεοφιλελεύθερες πολιτικές; Ποιες είναι οι εκφάνσεις της στην Ελλάδα; Πώς η ιστορικότητα των υφαρπαγών στην Ελλάδα μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε πρόσφατες διαδικασίες; Και βέβαια, μαζί με αυτά -εκφράζοντας μία σταθερή αγωνία του συγγραφέα- τι σημαίνει πολιτικά η υφαρπαγή της γης για την αριστερά και τι απαντήσεις μπορεί να δώσει η αριστερά σε σχέση με τη γη και την ιδιοκτησία;

Ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει ότι με τον όρο «υφαρπαγή γης» περιγράφει «την επιτήδεια πράξη υπεξαίρεσης η οποία πραγματοποιείται με βία και δόλο», κάτι που χαρακτηρίζει καλύτερα τις σημερινές διαδικασίες συσσώρευσης γης. Όπως και σε άλλες χώρες -ιδιαίτερα του Παγκόσμιου Νότου- η κρίση χρέους που εκδηλώνεται στην Ελλάδα, έχει λειτουργήσει ως εργαλείο πολιτικής αποδυνάμωσης του κράτους, φτωχοποίησης του πληθυσμού, νομιμοποίησης της εισόδου διεθνών οργανισμών και επιβολής ενός ειδικού καθεστώτος που, ανάμεσα σε άλλα, ευνοούν την υφαρπαγή της γης.
Επανατοποθετώντας βασικές έννοιες
Ο Κ. Χατζημιχάλης τονίζει ότι «η γη δεν είναι πράγμα, αλλά σχέση» και για την κατανόησή της υφαρπαγής της γης έχει ιδιαίτερη σημασία ο συσχετισμός των ταξικών και πολιτικών δυνάμεων που ορίζουν σε κάθε περίοδο και σε κάθε τόπο τις σχέσεις της κοινωνίας με τη γη. Αυτό είναι μία παρατήρηση που διαπερνά την προσέγγισή του όχι μόνο σε αυτό το βιβλίο, αλλά συνολικά στο έργο του και βεβαίως συνδέεται με την ιδιαίτερη σχέση του με τις μαρξιστικές προσεγγίσεις για τα θέματα του χώρου. Επανατοποθετεί, λοιπόν, στη συζήτηση βασικές έννοιες για τα θέματα της γης και της ιδιοκτησίας (που υποτιμώνται όπως σημειώνει από την αριστερή ριζοσπαστική σκέψη): τη γαιοπρόσοδο, τη συνεχή πρωταρχική συσσώρευση, την περίφραξη της κοινής γης.
Κάνοντας μία σύντομη αναδρομή σε εμβληματικές περιπτώσεις υφαρπαγής γης μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας, φωτίζει μια διαδρομή με επάλληλους γύρους συσσώρευσης γης και κοινών πόρων που φτάνει ως τις μέρες μας και την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού. Tα τελευταία χρόνια είναι σε εξέλιξη ένας νέος γύρος υφαρπαγής γης που νομιμοποιείται με νέα προσχήματα και νέες επιδιώξεις: τη χρήση της γης για διατροφικούς σκοπούς, για κάλυψη ενεργειακών αναγκών, για εξορυκτικές δραστηριότητες, για μεγάλα έργα υποδομής ή για νέες οικιστικές αναπτύξεις. Και όλη αυτή η λεηλασία συνοδεύεται από νέες μορφές, όρους και δίκτυα διακυβέρνησης, με καθοριστική τη συμμετοχή των μεγάλων διεθνών οργανισμών.
Ένα σύνθετο πλέγμα σχέσεων
Μέσα στην πολυμορφία της παγκόσμιας υφαρπαγής της γης τοποθετεί ο Κ. Χατζημιχάλης την ελληνική περίπτωση. Καταρχάς, μέσα από μία ιστορική ανάγνωση ξεδιπλώνει ένα σύνθετο πλέγμα σχέσεων:
Υπενθυμίζει τη σημασία της γης και της ιδιοκτησίας της για την ανάπτυξη της χώρας, σε συνάρτηση με τον κατασκευαστικό τομέα.
Περιγράφει τα μεγάλα κενά στο ιδιοκτησιακό καθεστώς και τονίζει ότι στην Ελλάδα ουδέποτε ήταν ξεκάθαρο ποιος κατείχε τι, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στους μεγάλους ιδιοκτήτες, δηλαδή το κράτος και την εκκλησία. Εδώ καταγγέλλει με το δικό του τρόπο την έλλειψη κτηματολογίου, δασικών χαρτών και δασολογίου.
Επισημαίνει ότι η δημόσια γη είχε ανέκαθεν χρησιμοποιηθεί από το ελληνικό κράτος ως στοιχείο προς πώληση και -αυτού που ο συγγραφέας αποκαλεί- μακρο-υφαρπαγή και μαζί ως στοιχείο κοινωνικής και πελατειακής ενσωμάτωσης.
Σημειώνει με οξύ τρόπο την ύπαρξη ενός πλέγματος μικρο-υφαρπαγών γης (που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα πρακτικών από παράνομες κατατμήσεις γης μέχρι κατάληψεις πεζοδρομίων από τραπεζοκαθίσματα). Για τις μικρο-υφαρπαγές υπάρχει ανοχή από την κεντρική εξουσία στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων, αλλά και γενικότερη κοινωνική αποδοχή, συχνά και από την πλευρά της αριστεράς.
Αναγνωρίζει τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, τις δεκαετίες της οικοδομικής έκρηξης, της δυναμικής εμφάνισης του τραπεζικού κεφαλαίου και των μεγάλων έργων (που περιλαμβάνουν βέβαια και τα ολυμπιακά ακίνητα) ως μία περίοδο κατά την οποία αναδύονται νέοι δρώντες στην κτηματαγορά και στην ανάπτυξη των ακινήτων (τράπεζες, επενδυτικοί όμιλοι, μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες, κρατικές ΑΕ), νέες θεσμικές ρυθμίσεις (κατά παρέκκλιση ρυθμίσεις, με διαδικασίες κατ’ επείγοντος), νέοι μηχανισμοί (ΣΔΙΤ, sale-lease back, μακροχρόνιες μισθώσεις, συμβάσεις παραχώρησης) και τελικά όλα αυτά συμβάλλουν στη συγκέντρωση της γαιοπροσόδου σε όλο και λιγότερους. Είναι μία περίοδος που, όπως σημειώνει, έχει «καθοριστική σημασία στην εμπέδωση και την υλοποίηση των μνημονιακών θεσμών».
Θεσμικές μεταρρυθμίσεις
Το 2010, με το ξέσπασμα τις ελληνικής κρίσης χρέους δημιουργείται μία θαυμάσια ευκαιρία για επιτάχυνση και επέκταση της υφαρπαγής. Ο Κ. Χατζημιχάλης περιγράφει στο βιβλίο τις μορφές, τους μηχανισμούς, τους βασικούς παίκτες, αλλά και τις κοινωνικές αντιστάσεις στις υφαρπαγές της γης. Αυτό το κάνει μέσα από ένα πλήθος παραδειγμάτων από όλη την επικράτεια τα οποία δεν είναι ότι απλά εικονογραφούν το βιβλίο, αλλά συνθέτουν τη μεγάλη εικόνα, συνθέτουν τη γεωγραφία της υφαρπαγής στην Ελλάδα της κρίσης. Μέσα από τις επεξεργασίες του συγγραφέα αναδεικνύονται έτσι οι συγκρούσεις και οι συνέργιες στις προωθούμενες υφαρπαγές μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής γης, δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, δημόσιου και ατομικού συμφέροντος, κερδισμένων και χαμένων. Και προκύπτει μία κάθε άλλο παρά μονοσήμαντη ανάγνωση των καταστάσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται μέσα στο βιβλίο στα θέματα της απορρύθμισης και επαναρρύθμισης του χώρου. Ένας καταιγισμός νομοθετικών ρυθμίσεων για τα θέματα της γης και γενικά για τα θέματα του χώρου σημειώθηκε από το 2010 και μετά, άλλοτε στο πλαίσιο μνημονιακών δεσμεύσεων και άλλοτε όχι, που μάλλον δεν άφησε ανέπαφο τίποτα: δάση, παραλίες, βουνά, οικοτόπους, νησιά, μνημεία, αστικές και εξωαστικές περιοχές, γη εντός και εκτός συναλλαγής, γη δημόσια και ιδιωτική… Γίνονται εκτεταμένες θεσμικές μεταρρυθμίσεις στο σύστημα του πολεοδομικού, χωροταξικού και περιβαλλοντικού σχεδιασμού, που δίκαια ο συγγραφέας τις περιγράφει ως «θεσμικές εκτροπές για το ξεπούλημα της γης». Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις έχουν ως βασικούς στόχους:
την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων και της «αξιοποίησης» της δημόσιας περιουσίας.
τη διευκόλυνση των επενδύσεων μεγάλης κλίμακας.
την εξασφάλιση ευελιξίας, ασφάλειας και υψηλής κερδοφορίας για τους μεγάλους επενδυτές.
Μαζί με τα προνόμια για το μεγάλο κεφάλαιο και συνεχίζοντας μια μακριά παράδοση πελατειακών σχέσεων που δομείται γύρω από τη γη, οι μεταρρυθμίσεις «κλείνουν το μάτι» και στους μικρούς: ρυθμίσεις για τα αυθαίρετα, η δυνατότητα απόκτησης δημόσιας γης, τα προνόμια για τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς, οι αλλαγές στη δασική νομοθεσία κτλ. Ο χωρικός σχεδιασμός χάνει το δημόσιο και κοινωνικό του χαρακτήρα -όσο είχε από αυτόν- και μετατρέπεται σε ρυθμίσεις με διακηρυκτικό στόχο την προώθηση της επιχειρηματικότητας και με ουσιαστικό σκοπό τη νομιμοποίηση της υφαρπαγής της γης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ζωή, την καθημερινότητα και τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, αλλά και για τους φυσικούς πόρους και τα οικοσυστήματα που υπάρχουν σε αυτή.
Ερωτήματα και προκλήσεις
Αν και είναι ίσως συμπτωματικό, κατά τη γνώμη μου είναι κρίσιμο ότι το βιβλίο κυκλοφόρησε σε μία στιγμή που υπάρχουν νέα δεδομένα στην πολιτική ζωή της χώρας και που μοιάζει να κλείνει ένας πενταετής κύκλος πολιτικών, που όχι απλά έδωσε ώθηση στην υφαρπαγή της γης αλλά την είχε ως στόχο. Καί γιατί θα μας βοηθήσει να ξανασκεφτούμε τι έχει συμβεί τα χρόνια που έχουν προηγηθεί, αλλά κυρίως γιατί δίνει ερεθίσματα και εργαλεία για να επεξεργαστούμε κατευθύνσεις για μία πολιτική χωρικού σχεδιασμού και παρεμβάσεων στα ζητήματα της ιδιοκτησίας της γης. Μια πολιτική που θα προστατεύει στοιχεία του χώρου με ιδιαίτερη οικολογική, πολιτιστική και κοινωνική σημασία, θα αναδιανέμει τους πόρους προς όφελος των πολλών και ταυτόχρονα θα ανοίγει δυνατότητες για ενδιάμεσες μορφές ιδιοκτησίας και κοινής ζωής.
Στη σημερινή συγκυρία μοιάζει οι ανησυχίες για τη γη και τους κοινούς πόρους όπως συμπυκνώνονται στο βιβλίο και μαζί η αγωνία τοπικών κινημάτων, περιβαλλοντικών φορέων, μερίδας του ακαδημαϊκού χώρου να μην έχουν τη θέση που τους αρμόζει στη δημόσια συζήτηση. Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα και μαζί η πρόκληση για την αριστερά βρίσκεται στο:
Πώς μπορούν να ενισχυθούν διαφανείς, δημοκρατικές και συμμετοχικές διαδικασίες στο σχεδιασμό του χώρου, ως εγγύηση για την αποφυγή μικρο και των μάκρο-υφαρπαγών γης.
Πώς θα μπορούσαν πολεοδομικές, χωροταξικές και περιβαλλοντικές ρυθμίσεις να θέσουν σαφείς και δίκαιους όρους εκμετάλλευσης της ιδιωτικής γης, με τις απαιτούμενες κατά τόπους εξειδικεύσεις.
Πώς θα μπορούσαν να θωρακιστούν δομές τεκμηρίωσης, παρακολούθησης και ελέγχου των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και της εκπόνησης και εφαρμογής του σχεδιασμού.
Τέλος, πώς θα μπορούσε να κατοχυρωθεί μέσα από το σχεδιασμό ο ρόλος των εκτός συναλλαγής δημόσιων κτημάτων, κοινόχρηστων ή μη, που είναι εν δυνάμει γη κοινής κτήσης, ένα πρόταγμα για την αριστερά και τη μετάβαση προς μία άλλη κοινωνία.
Το βιβλίο του Κ. Χατζημιχάλη ανοίγει δύσκολους δρόμους για να σκεφτούμε πάνω στα ερωτήματα αυτά…
* Η Φ. Βαταβάλη είναι δρ αρχιτέκτων – πολεοδόμος.

πηγή: Συσπείρωση Αριστερών Μηχανικών

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.