Υδροηλεκτρική ενέργεια και παραγωγικός μετασχηματισμός: Μεγάλα προβλήματα με μικρές λύσεις και αντίστροφα

Τον τελευταίο καιρό, με αφορμή την ακύρωση της εκτροπής του Αχελώου από το ΣτΕ αλλά και την ανάγκη εμβάθυνσης των προγραμματικών θέσεων της αριστεράς, έχει αναθερμανθεί ο διάλογος σχετικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) και -κατά συνέπεια- τον ρόλο των υδροηλεκτρικών έργων

Του Παναγιώτη Δήμα

Το ζήτημα, όπως και όλα τα θέματα που αγγίζουν πτυχές του παραγωγικού μετασχηματισμού, είναι αρκετά πολύπλοκο στο τεχνικό αλλά και στο πολιτικό του κομμάτι. Αναπτύσσοντας μια μεθοδολογία που δε θα αντιμετωπίζει τις δύο συνιστώσες του προβλήματος μεμονωμένα αλλά συνθετικά μπορούμε να σκιαγραφήσουμε λίγο πιο ξεκάθαρα την τακτική μας γύρω από μια ενεργειακή πολιτική που θα συμπεριλαμβάνει και την υδροηλεκτρική ενέργεια.

Το τεχνικό σκέλος

Το βασικό σημείο τριβής γύρω από την υδροηλεκτρική ενέργεια αφορά το κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ΑΠΕ ή όχι. Σύμφωνα με το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο, τα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα (ΥΗΕ) δεν θεωρούνται έργα ΑΠΕ, με ένα τεχνικό όριο που αφορά την εγκατεστημένη ισχύ τους και τα τελευταία χρόνια δεν είναι αρκετά σαφές (αρχικά ήταν 5MW, εν συνεχεία έγινε 10, ενώ πλέον είναι στα 15MW). Όσα έργα υπακούουν στον κανόνα και βρίσκονται κάτω από το όριο που έχει θεσπιστεί, αυτόματα κατατάσσονται στα μικρά υδροηλεκτρικά έργα (ΜΥΗΕ)  [1]. Ωστόσο, αυτό το όριο δεν ανταποκρίνεται σε κάποιον φυσικό διαχωρισμό και έχει περισσότερο χαρακτήρα εργαλείου ρύθμισης της αγοράς, μιας και η υδροηλεκτρική ενέργεια είναι από τη φύση της «ανανεώσιμη» ως αποτέλεσμα του αέναου υδρολογικού κύκλου. Ένας περισσότερο «τεχνικά λογικός» διαχωρισμός θα μπορούσε να γίνει μέσω της διαφοροποίησης ανάμεσα στα έργα με ταμιευτήρα και αναρρυθμιστική ικανότητα (όπως είναι αυτά που περιλαμβάνουν μεγάλα φράγματα) και σε αυτά που τοποθετούνται επί της ροής του ποταμού (χωρίς να αποθηκεύουν το νερό), τα λεγόμενα “Run of the River”.

Ειδικά στην περίπτωση της εκτροπής του Αχελώου, αποτυπώνεται ξεκάθαρα ο διαχωρισμός και η σύγκρουση ανάμεσα στον πρώτο και το δεύτερο τύπο έργου. Το κυβερνητικό σχέδιο που μπλοκαρίστηκε από το ΣτΕ περιελάμβανε φαραωνικού τύπου έργα (μεγάλα φράγματα και εκτροπή νερού) με στόχο την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας και τη μεταφορά τεράστιων ποσοτήτων νερού από τη λεκάνη απορροής του Αχελώου και τη δυτική Ελλάδα στο Θεσσαλικό Κάμπο, παραβλέποντας και την ευρωπαϊκή οδηγία που σαφέστατα τονίζει ότι κάθε υδρολογικό διαμέρισμα πρέπει να καλύπτει τις ανάγκες του βασισμένο σε ίδιους υδατικούς πόρους [2]. Αντίθετα, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ όπως εκφράστηκε και από την υποψήφια περιφερειάρχη Θεσσαλίας Ηρώ Διώτη[3], περιλαμβάνει ένα σύστημα μικρών φραγμάτων και μικρών υδροηλεκτρικών σε συνδυασμό με την αναβάθμιση του αρδευτικού δικτύου του θεσσαλικού κάμπου και τον περιορισμό των απωλειών στα δίκτυα διανομής του αρδευτικού νερού.  Γενικεύοντας αυτή την πρόταση, μπορεί να απεμπλακεί η λειτουργία των υδροηλεκτρικών έργων του Αχελώου από την συνδυασμένη διαχείριση με το υδατικό διαμέρισμα της Θεσσαλίας, ευνοώντας και ένα στρατηγικό πλάνο αποκεντρωμένης διοίκησης της κάθε περιφέρειας μέσω επενδύσεων που απαιτούν μικρότερο συνολικό κόστος, ενώ διαθέτουν και βραχυπρόθεσμο ορίζοντα κατασκευής και αξιοποίησης. Παρ’ όλα αυτά, η περίπτωση του Αχελώου δε μπορεί να θεωρηθεί ενδεικτική για μια αντιπροσωπευτική σύγκριση ανάμεσα στα μεγάλα και τα μικρά υδροηλεκτρικά έργα, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια.

Αναλυτικότερα, τα ΥΗΕ διαθέτουν κάποια βασικά πλεονεκτήματα, που τα καθιστούν μία από τις πλέον αξιόπιστες και ανταγωνιστικές επιλογές σε ένα στρατηγικό σχέδιο σταδιακής απεμπλοκής από τα μεγάλα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια:

• Εγγυημένη παραγωγή ενέργειας, μέσω της δυνατότητας αποθήκευσης νερού. Δυνατότητα κάλυψης των ενεργειακών αναγκών με υψηλή αξιοπιστία και υψηλά ποσά συνολικής παραγόμενης ενέργειας.

• Μηδενικές εκπομπές ρύπων.

• Έργα πολλαπλού σκοπού: εκτός της ενεργειακής παραγωγής παρέχουν αντιπλημμυρική προστασία, καλύπτουν υδρευτικές και αρδευτικές ανάγκες και ενισχύουν μικρές επενδύσεις που βασίζονται στις χρήσεις αναψυχής (λόγω της δημιουργίας τεχνητής λίμνης).

Στον αντίποδα, τα ΜΥΗΕ διαθέτουν με τη σειρά τους αρκετά σημαντικά χαρακτηριστικά που τα καθιστούν μια αρκετά λογική επιλογής «ήπιας» αξιοποίησης:

•  Διαθέτουν μικρό κόστος κατασκευής, σε σύγκριση πάντα με τα μεγάλα ΥΗΕ.

• Το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο επιτρέπει την κατασκευή και λειτουργία ΜΥΗΕ από φορείς και οργανισμούς που μπορούν να λειτουργούν παραπληρωματικά με το κράτος ή και ακόμη έξω από αυτό, μεταφέροντας εξουσίες σε τοπικό επίπεδο και αναδιατάσσοντας τις παραγωγικές σχέσεις. Τέτοιοι φορείς μπορούν να είναι οι ΟΤΑ ή και συνεταιρισμοί πολιτών [4].

•    Προκαλούν μικρή έως μηδαμινή περιβαλλοντική επιβάρυνση, μιας και δεν διακόπτουν τη φυσική ροή του ποταμού επιτρέποντας τη μεταφορά ιζημάτων στις εκβολές του και τη διατήρηση των εκεί οικοσυστημάτων.

• Αποτρέπουν την υφαρπαγή γης και τις βίαιες απομακρύνσεις κατοίκων από τις περιοχές που κατακλύζονται με νερό (κίνδυνος που αναδείχθηκε σε πρωταρχικό ζήτημα στην περίπτωση του φράγματος της Μεσοχώρας στην εκτροπή του Αχελώου).

Είναι σαφές, επομένως, από τεχνικής πλευράς πως δεν ισχύει σε καμία περίπτωση ένα σχήμα του τύπου «κακά μεγάλα ΥΗΕ εναντίον καλών ΜΥΗΕ». Κάθε μορφή τεχνολογίας έχει τα δικά της εγγενή μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα που πρέπει να αξιολογούνται σε κάθε περίπτωση στη βάση του επιδιωκόμενου στόχου και των υποκειμένων που καλούνται να υλοποιήσουν ένα στρατηγικό σχέδιο. Με άλλα λόγια καλούμαστε να σκεφτούμε πολιτικά.

Το πολιτικό ερώτημα

Ως αριστερά βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα ακόμη σύνθετο ζήτημα που θέλει να υπακούσει σε μία διπλή αναγκαιότητα: την κάλυψη των άμεσων ενεργειακών αναγκών και την εξάλειψη της ενεργειακής φτώχιας, αλλά και την παράλληλη συγκρότηση ενός περισσότερο μακροπρόθεσμου σχεδίου κοινωνικοοικολογικού μετασχηματισμού του ενεργειακού τομέα.

Η τακτική του αντιπάλου αποτελεί πιστή αναπαραγωγή του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, με τον πυρήνα της να αποτυπώνεται στο σύνθημα «ιδιωτικοποίηση των κερδών, κοινωνικοποίηση των επιπτώσεων». Επιχειρείται ξανά μια βίαιη διαδικασία που κινητοποιείται από την ανάγκη του κεφαλαίου για ανάκαμψη της κερδοφορίας του μέσω νέων κύκλων συσσώρευσης: Εταιρίες με δυνατότητα παραχώρησης κεφαλαίου και κατασκευής υποδομών λειτουργούν αυτόνομα  κατασκευάζοντας έργα παραγωγής ενέργειας. Κατόπιν, η παραγόμενη ενέργεια πωλείται  στη ΔΕΗ με αυξημένες τιμές, ενώ τα κατασκευασμένα έργα παραμένουν στην κυριότητα  του ιδιώτη επενδυτή και όχι του διαχειριστή. Η εμπορευματική σφαίρα και ο παραγωγικός κύκλος διευρύνονται ώστε να συμπεριλάβουν και νέα αγαθά όπως η ενέργεια, απομακρύνοντάς τα από το χαρακτήρα των κοινών, συνήθως μέσω διαδικασιών παράκαμψης των περιβαλλοντικών νομοθεσιών (fast track). Παράλληλα, υποσκάπτεται κάθε δυνατότητα συνολικότερου σχεδιασμού μέσω της κατάργησης φορέων που είχαν την ευθύνη του τριπτύχου σχεδιασμός-παραγωγή-διανομή με καθετοποιημένη διάρθρωση.

Από τη δική μας μεριά, οφείλουμε να συγκροτήσουμε έναν φορέα που θα σέβεται την ιεράρχηση των στόχων διαχείρισης των μεγάλων υδροηλεκτρικών έργων με προτεραιότητα σε αυτούς με οικολογικό και κοινωνικό αντίκτυπο. Για παράδειγμα σε μία περίπτωση ακραίων πλημμυρικών φαινομένων να επιλέγεται ως πρώτη προτεραιότητα η ανάσχεση και η προστασία των πολιτών έναντι της αυξημένης υδροηλεκτρικής παραγωγής και των συνεπαγόμενων οικονομικών κερδών. Είναι προφανές πως πολλοί διαφορετικοί και κατακερματισμένοι φορείς διαχείρισης θα δημιουργούν ασυμβατότητες ανάμεσα στην ταυτόχρονη κάλυψη αντικρουόμενων κοινωνικών στόχων και την οικονομική βιωσιμότητα του κάθε οργανισμού ξεχωριστά. Με βάση αυτή την ιδιαιτερότητα λοιπόν, αλλά και με στόχο την ενεργοποίηση της οικονομίας κλίμακας στη διαχείριση των μεγάλων ΥΗΕ είναι επιτακτική η ανάγκη διαμόρφωσης ενός ενιαίου  φορέα διαχείρισης των υδροηλεκτρικών έργων που θα συνενώσει την παρούσα  κατακερματισμένη διαχείριση (από τη ΔΕΗ, το ΥΠΕΧΩΔΕ, τους ΟΤΑ, τους ιδιώτες, κτλ.) και θα λειτουργεί υπό δημόσιο κοινωνικό έλεγχο.

Το στρατηγικό αυτό πλάνο πάει «πακέτο» και με την αντιπλημμυρική οδηγία της ΕΕ (Οδηγία-Πλαίσιο για τα Νερά 2000/60, Οδηγία Πλημμυρών 2007/60). Είναι, μάλιστα, ένας τομέας όπου μπορεί να αποτελέσει και «τρωτό σημείο» της νεοφιλελεύθερης ρητορείας της ΕΕ, μιας και αποκαλύπτει ενδογενείς θεσμικές αντιφάσεις: από τη μια προωθούνται περαιτέρω ιδιωτικοποιήσεις και απελευθέρωση στην αγορά ενέργειας, ενώ παράλληλα τίθεται ως προτεραιότητα η αντιπλημμυρική προστασία.

Φυσικά, εκτός του σχεδίου μας για τα μεγάλα ΥΗΕ πρέπει να κινηθούμε και σε μια κατεύθυνση νέων παραγωγικών σχέσεων και μοντέλων συμμετοχικής πολιτικής (μια τακτική που μπορούμε να συνοψίσουμε στη φράση «ενεργειακή δημοκρατία»). Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των ΜΥΗΕ μας διευκολύνουν να τα χρησιμοποιήσουμε ως «πιλότο» εφαρμογής ενός τέτοιου σχεδίου, μέσω της συγκρότησης κοινωνικών τραπεζών που θα εγγυώνται την επένδυση στην κατασκευή μικρών μονάδων και -ακολούθως- το πέρασμά τους στα χέρια συνεταιριστικών δομών που θα λειτουργούν στη βάση των ισότιμων σχέσεων κτήσης και αξιοποίησης. Οι ΟΤΑ στις περιφερειακές περιοχές μπορούν να συγκροτήσουν τέτοια πλάνα, ξεκινώντας ήδη τη σύνθεσή τους μέσα από θεματικές προγραμματικές διαβουλεύσεις. Τέτοια έργα μικρής κλίμακας δίνουν και την επιπλέον δυνατότητα αυξημένης ενεργειακής αυτονομίας μέσω νέων ενεργειακών μιγμάτων, όπως στην περίπτωση των υβριδικών συστημάτων [5]  (συστήματα συνδυασμού αιολικής-υδροηλεκτρικής ενέργειας και φωτοβολταϊκών που εκμεταλλεύονται την ικανότητα ρύθμισης των έργων με ταμιευτήρα ως μέσο αποθήκευσης των έντονα μεταβαλλόμενων μορφών όπως η αιολική και η ηλιακή).

Μπορούμε ξεκινώντας από τη μικρή κλίμακα των δήμων να πετύχουμε αυξημένη διείσδυση νέων μορφών ΑΠΕ στο σύστημα (χρησιμοποιώντας τα υδροηλεκτρικά ως φυσική μπαταρία), προτείνοντας και νέες μορφές συλλογικής διαχείρισης. Τέτοια εμπειρία υπάρχει ήδη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με πετυχημένα και αποτυχημένα παραδείγματα να σκιαγραφούν κάπως τη μεθοδολογία και τις επιλογές μας.

Συμπερασματικά, μια θέση που οφείλει να είναι ριζοσπαστική χωρίς να εθελοτυφλεί απέναντι στα πραγματικά προβλήματα όσον αφορά την υδροηλεκτρική ενέργεια είναι απαραίτητο να συνενώσει το βραχυπρόθεσμο με το μακροπρόθεσμο στόχο μας, συγκροτώντας και νέα πολιτικά υποκείμενα με γνώμονα ένα πολύμορφο αξιακό πλαίσιο. Απέναντι δηλαδή στο νεοφιλελεύθερο δόγμα να είμαστε όσο περισσότερο πλουραλιστές μπορούμε!

1. Διάλογοι για τα «μικρά» υδροηλεκτρικά έργα, Γ. Ανδριώτης & Γ. Παπαδημητρίου 

[2] «Η Οδηγία 2000/60/ΕΚ συνδυάζει ποιοτικούς, οικολογικούς και ποσοτικούς στόχους για την προστασία υδάτινων οικοσυστημάτων και την καλή κατάσταση όλων των υδατικών πόρων και θέτει ως κεντρική ιδέα την ολοκληρωμένη διαχείριση τους στη γεωγραφική κλίμακα των Λεκανών Απορροής Ποταμών».

[3] Ηρώ Διώτη: «Δικαιωθήκαμε για τον Αχελώο. Άρδευση με αειφορία η λύση για τη Θεσσαλία»

[4] Κολέμπας Γ., Γιόκαρης Β., Κοινωνικοποίηση: Η διέξοδος από τις συμπληγάδες του κρατισμού και της  ιδιωτικοποίησης, οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2012.

[5](εδώ), με καταπάτηση ωστόσο των περιβαλλοντικών δεσμέυσεων από τη ΔΕΗ Ανανεώσιμες Α.Ε. (εδώ)

πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.