Daredevil: Ο εξευγενισμός είναι ταξικός πόλεμος, του Γιάννη-Ορέστη Παπαδημητρίου

PcGzVCW

Η μάχη μιας γειτονιάς στην τελευταία σειρά του Netflix

Είναι πια αδιαμφισβήτητο πως οι υπερήρωες των πρώτων δεκαετιών των μαζικών κόμικς ξεπέρασαν πολύ γρήγορα τα στενά όρια της ψυχαγωγίας, πριν εξυψωθούν σε υπερπροσοδοφόρες πνευματικές ιδιοκτησίες, αλλά και πανίσχυρα κοινωνικά σύμβολα. Σήμερα, η «κορυφογραμμή» των ουρανοξυστών του Μανχάταν μαρκετάρεται ως χώρος του Spiderman, η Wonder Woman έχει κλείσει μισό αιώνα παρουσίας στη φεμινιστική εικονογραφία, ενώ οι X-Men δεν έχουν χάσει ούτε στο ελάχιστο την αλληγορική ισχύ τους ως προς τους εκάστοτε περιθωριοποιημένους των κοινωνιών.

Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι υπερήρωες της σύγχρονης εποχής κατασκευάστηκαν εξαρχής ως Θεοί, ως χειραφετητικά είδωλα των δημιουργών και των αναγνωστών τους. Πίσω απ’ τους γνωστότερους και επιδραστικότερους εξ αυτών, άλλωστε, κρύβονται δημιουργοί από εβραϊκές οικογένειες που διέφυγαν απ’ τις κλιμακούμενες αντισημιτικές διώξεις της Ευρώπης για να προσγειωθούν στην –ανεκτικότερη, αλλά πτωχευμένη– Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης. Η ερμηνεία αυτής της στατιστικής είναι απλή: το επάγγελμα του κομίστα στις μεσοπολεμικές φορντικές ΗΠΑ της βαριάς βιομηχανίας θεωρείτο τότε ιδιαιτέρως ποταπό και συνεπώς κατάλληλο για ν’ απορροφήσει τους Εβραίους, ως «β’ διαλογής» πολίτες. Όταν στα χρόνια της ναζιστικής απειλής, οι δεύτερης γενιάς μετανάστες Σίγκελ και Σούστερ, αποσπώντας τον νιτσεϊκό Υπεράνθρωπο από τους ναζί, επινοούσαν τον Superman ως ενσάρκωση του ηρωισμού των πάντα ξένων Εβραίων, μάλλον δεν περίμεναν ότι το δημιούργημα του δύσκολου βιοπορισμού τους μια μέρα θα βρισκόταν σε εξέχουσα θέση στην κυρίαρχη αμερικάνικη κουλτούρα.

Συνδυάζοντας τα εμπορικά οφέλη του οικείου brand name με την υπέρμετρη αληθοφάνεια της τεχνολογίας ειδικών εφέ CGI, οι υπερήρωες έχουν πυκνώσει τα τελευταία χρόνια τις εμφανίσεις τους σε τηλεόραση και κινηματογράφο. Παρότι, όμως, μια κοινωνική αναφορά που αποκτάται μεσούσης της φρίκης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ή της ταραχώδους εποχής του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα είναι ένα στίγμα που δύσκολα αποτινάσσεται, καμία άλλη απόπειρα απεικόνισης ενός υπερήρωα δεν έδειξε τόσο καταφατική διάθεση προς τις ρίζες του χαρακτήρα όσο το τελευταίο πόνημα της συνδρομητικής διαδικτυακής τηλεόρασης του Netflix.

Ο χαρακτήρας του Daredevil δημιουργήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’60 από τον Σταν Λι, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Στάνλει Λίμπερ, γόνου εβραϊκής οικογένειας από τη Ρουμανία. Παρότι κατασκευάστηκε ως «αρπαχτή» πάνω στην επιτυχία του Σπάιντερμαν και απεικονίστηκε αρχικά με την εύθυμη τεχνοτροπία των κόμικς της εποχής (αυτή που λίγο αργότερα θα δοξαζόταν από τα μεγάλα ονόματα της Pop Art), το υπόβαθρό του παρείχε μεγάλα περιθώρια εξέλιξης για τις επόμενες δεκαετίες. Τα χρόνια «ενηλικίωσης» του χαρακτήρα στην άκρη της πέννας του Φρανκ Μίλερ κατά τη δεκαετία του ’80, όταν πολλοί μεγάλοι τίτλοι στράφηκαν σε πιο αιχμηρές πλοκές με πιο σκοτεινή θεματολογία, θ’ αποτελούσε ιστορική λαθροχειρία να μην αναγνωριστεί πως έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόσπαση των κόμικς από το πεδίο του pulp αισθησιασμού και της ψυχαγωγίας των στρατιωτών, προς την αναγόρευσή τους σε 9η τέχνη και την εξίσωσή τους με τις υπόλοιπες μορφές της μαζικής κουλτούρας.

7Tx0DLL

Εν αντιθέσει με τους υπόλοιπους υπερήρωες που πρωτοεμφανίσθηκαν εκείνη την εποχή, ο «Ατρόμητος» (σύμφωνα με τις παλιές μεταφράσεις των εκδόσεων Καμπανά) είχε περιορισμένο γεωγραφικό στίγμα. Φτιάχτηκε εξαρχής ως κοινοτικός ήρωας του Hell’s Kitchen, μιας ιδιαίτερα κακόφημης γειτονιάς Ιρλανδών μεταναστών στο κεντροδυτικό Μανχάταν που πέντε χρόνια πριν την έκδοση του πρώτου τεύχους είχε δει δύο έφηβους να πέφτουν νεκροί από το όπλο του Σαλβαδόρ Αγκρόν, ενός πορτορικανού γκάνγκστερ, ο οποίος έκανε έφοδο στην περιοχή προς αναζήτηση μιας αντίπαλης συμμορίας φορώντας μπέρτα. Η ιδέα του Σταν Λι να δημιουργήσει έναν υπερήρωα-προστάτη του Hell’s Kitchen και να τοποθετήσει πίσω απ’ τη μάσκα του έναν κοκκινοτρίχη καθολικό δικηγόρο ονόματι Ματ Μέρντοκ, μοιάζει με φανταστική απάντηση στην τραγωδία του 1959. Έκτοτε, ο τυφλός γιός ενός δολοφονημένου απ’ τη μαφία μποξέρ (άλλο ένα «ποταπό» επάγγελμα στο οποίο έβρισκαν στέγη μετανάστες –ας θυμηθούμε τον Έλληνα Γκρεγκόριους στο «Η Νύχτα και η Πόλη» του Ζιλ Ντασέν), για περίπου 50 χρόνια θα «αψηφεί τον διάβολο» (Daredevil) στην «Κουζίνα της Κόλασης» (Hell’s Kitchen).

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ωστόσο, η περιοχή άρχισε να αλλάζει. Οι βιομηχανικοί χώροι και τα παλαιά σπίτια που αποτέλεσαν το σκηνικό του «Ταξιτζή» του Σκορσέζε, θ’ αρχίσουν να κατεδαφίζονται, δίνοντας τη θέση τους σε συγκροτήματα υπερπολυτελών κατοικιών που περιφράσσουν τη θέα στον ποταμό Χάντσον. Τα sex shops και τα ενήλικα βίντεο κλαμπ θα υποχωρήσουν, ανοίγοντας χώρο για τις αλυσίδες και τα μαγαζιά υγιεινής διατροφής. Οι μυστικές συναντήσεις των ομοφυλόφιλων στα πορνογραφικά σινεμά που αναπολούσε ο αμφισεξουαλικός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Samuel Delaney στο βιβλίο του Times Square Red, Times Square Blue, θα αντικατασταθούν από μια αγορά για ομοφυλόφιλους των ανώτερων εισοδημάτων, με πολυτελή γκέι μπαρ και ταχυφαγεία με σάντουιτς LGBT (απ’ τα συστατικά, Lettuce-Goat Cheese-Bacon-Tomato). Στα τέλη της δεκαετίας του ’10, μέχρι και το όνομα της περιοχής έχει αλλάξει στο πιο φιλικό για τους μεσίτες Κλίντον, τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί, οι παλαιοί κάτοικοι έχουν κατασταλεί από την αστυνομία και εκδιωχθεί από το real estate και η Marvel Comics, αδυνατώντας πλέον να καταστήσει πειστικό έναν υπερήρωα που πολεμάει ένα έγκλημα που δεν υπάρχει, σε μία πολυτελή γειτονιά που δεν τον έχει ανάγκη, θα «ξεριζώσει» τον Daredevil απ’ το Hell’s Kitchen και θα τον στείλει να κάνει τον γύρο του κόσμου.

Η νέα σειρά του Netflix θα άξιζε έναν έπαινο για τον τρόπο με τον οποίον υπερέβη το πρόβλημα του ρεαλισμού, συνθέτοντας το παλιό Hell’s Kitchen απ’ τα απομεινάρια του στη σημερινή Νέα Υόρκη. Η σκηνοθετική προσέγγιση των δημιουργών, πέρα από απλό επίτευγμα, συνιστά και μια ισχυρή δήλωση: η ατμόσφαιρα της σειράς είναι επιβλητική και το πορτραίτο του παλιού Μανχάταν που προκύπτει, προβάλλει μακριά από εξιδανικεύσεις τα πολεοδομικά στοιχεία που ισοπεδώθηκαν για χάρη ενός άχαρου εκσυγχρονισμού χωρίς ταυτότητα. Όμως οι δημιουργοί δεν σταμάτησαν εκεί. Στον πρώτο κύκλο του Daredevil, η υπόθεση αφορά την ίδια τη διαδικασία «εξευγενισμού» και ο κεντρικός χαρακτήρας δεν είναι άλλος ένας μασκοφόρος εκδικητής που εφαρμόζει έναν αφηρημένο νόμο δρώντας έξω απ’ τα όριά του, αλλά ο υπερασπιστής της κοινότητας που απειλείται από ένα σύμπλεγμα κατασκευαστικών σχεδίων και οργανωμένου εγκλήματος.

nVerQsS

Αν το Netflix δεν ήταν συνδρομητική υπηρεσία, αλλά τηλεοπτικό κανάλι, θα ήταν μάλλον απίθανο να φτάσει ένα τόσο ηχηρό σχόλιο στο πρόγραμμά του. Το έγκλημα που απειλεί την καθημερινή ζωή των κατοίκων, από τα ναρκωτικά ως τις δολοφονίες, δεν είναι απότοκο της φτώχειας, αλλά ένα σύνολο δραστηριοτήτων στο πλαίσιο των βλέψεων των εκατομμυριούχων μαφιόζων στην περιοχή. Οι κατοικίες υποβαθμίζονται βάσει σχεδίου, ενώ τις συνέπειες τις πληρώνουν οι μειονότητες που ζουν σ’ αυτές. Στον λόγο του «αρχι-κακού», η φτώχεια είναι μια παθογένεια που πρέπει να διαλυθεί, όχι μέσα απ’ την άρση ή την υπονόμευση των κοινωνικοταξικών ανισοτήτων, αλλά απ’ τον διωγμό των φτωχών και την αντικατάστασή τους από τους νέους, πλούσιους κατοίκους που θα τρέξουν στις πολυτελείς κατοικίες υπό ανέγερση. Συνέταιροι σ’ αυτή την επιχείρηση είναι αστυνομικοί, δημοσιογράφοι, δικαστές και πολιτικοί, όλοι υπόλογοι στον δισεκατομμυριούχο που έχει αναλάβει την αναμόρφωση της περιοχής.

Καθώς δεν έχει ανάγκη να ακολουθήσει τον ρυθμό των τηλεοπτικών σειρών, το Daredevil καταφέρνει να ξεδιπλώσει με τους δικούς του όρους την αφήγηση αυτής της σύγκρουσης. Στοιχειοθετεί τους χαρακτήρες του ως «παιδιά της γειτονιάς», διαμορφώνει τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα ως πεδία εσωτερικών συγκρούσεων και επενδύει ένα μεγάλο μέρος της πλοκής του στο να χτίσει την ανθρώπινη υπόσταση των εξευγενιστών. Τα όποια ηθικά ερωτήματα δεν τίθενται με διδακτισμό, αλλά –μέσα από μια εκδοχή της θρησκευτικότητας που παραπέμπει στις χειραφετητικές «αιρέσεις» των καταπιεσμένων της Ιστορίας– ως καταλύτες της πλοκής. Το Daredevil, μάλιστα, διέπεται από έναν ιδιότυπο ηθικό σχετικισμό, που συνθλίβει την αυτενέργεια των χαρακτήρων –αυτό το φριχτό συνήθειο του φιλελεύθερου κινηματογράφου– κάτω απ’ το βάρος των αντιμαχόμενων θελήσεων για τη μοίρα του Hell’s Kitchen. Αυτό που μένει στο τέλος, παρά τις αμφιβολίες των πρωταγωνιστών, είναι η θέληση ενός ανεξέλεγκτου και διεφθαρμένου κεφαλαίου να εξευγενίσει («με πλούσια σπίτια όπου δεν θα μένει κανείς») ενάντια στη θέληση μιας κοινότητας να ζήσει.

Συχνά στην προσπάθεια να αποκρυπτογραφηθούν τα παράγωγα της ποπ κουλτούρας, υπάρχει μια τάση να αποδίδονται σ’ αυτά, ιδιότητες που δεν έχουν. Τα στοιχεία του Daredevil, ωστόσο, παραείναι συνεκτικά για να μην θεωρηθούν εμπρόθετα. Όταν η νέμεσις του πρωταγωνιστή, ο Γουίλσον Φισκ (σε απρόσμενα καλή ερμηνεία του Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο), προσπαθεί να εντοπίσει την ιδιότητα του εχθρού του που τον καθιστά υπολογίσιμο ως κίνδυνο, καταλήγει ότι μεγαλύτερη απειλή απ’ την επιμονή και τις δυνάμεις του, είναι η ιδεολογία του, μια λέξη που σπάνια ακούγεται πια στον αμερικάνικο κινηματογράφο. Αν συνυπολογίσουμε, δε, τα ρεύματα σκέψης τα οποία τιμούν αυτή τη λέξη, την υπόθεση της σειράς και την κυριαρχία των μεταφορών κόμικς στο mainstream, μέσα απ’ τη μεταγραφή ενός ευτελούς δημιουργήματος (ενός υπερήρωα) σε ένα ευτελές μέσο (την τηλεόραση), καταλήγουμε σε μια παράδοξη συγγένεια με τη «χρυσή εποχή» του αμερικάνικου κινηματογράφου. Τότε που αξιοποιούσε την επιβλητικότητα του σέλιλοϊντ για να θίξει τα κακώς κείμενα της αμερικάνικης κοινωνίας, μέχρι οι δημιουργοί του να εξολοθρευτούν απ’ τον μακαρθισμό.

Διαβάστε:

* Jorn Ahrens & Arno Meteling, Comics and the City: Urban Space in Print, Picture and Sequence: Συλλογή άρθρων για την κατασκευή των φανταστικών και τη μεταγραφή των υπαρκτών πόλεων στην ένατη τέχνη.

* Grant Morrison, Supergods: What Masked Vigilantes, Miraculous Mutants, and a Sun God from Smallville Can Teach Us About Being Human: Η πραγματεία ενός απ’ τους πιο πολύπτυχους δημιουργούς κόμικς για τον σύγχρονο μύθο του υπερήρωα.

* Samuel Delaney, Times Square Red, Times Square Blue: Αναμνήσεις από τη θρυλική περιοχή της Νέας Υόρκης που καταστράφηκε στον βωμό του εξευγενισμού.

* «Ένδοξοι Μπάσταρδοι: Από τον Superman στον Donny the Bear, υπερήρωες ενάντια στον φασισμό και τον αντισημιτισμό», στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Antifa Negative.

πηγή: RedNotebook

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.